- 18 Ιούλ 2022, 21:32
#772572
Ως ασχολούμενος με το ποινικό δίκαιο θα πω τα εξής για την περίπτωση Λιγνάδη.
Το ανασταλτικό αποτέλεσμα της έφεσης πράγματι προβλέπεται στην ποινική δικονομία (άρθρο 497) και αποτελεί αφενός έκφανση του τεκμηρίου αθωότητας, αφετέρου μια μορφή εκ των προτέρων στάθμισης των συνεπειών της δικαστικής απόφασης, όταν η "πρόωρη" εκτέλεση της ποινής μπορεί να επιφέρει εξαιρετικά δυσμενείς επιπτώσεις στον κατηγορούμενο ή τους οικείους του. Τα σχετικά με το ανασταλτικό αποτέλεσμα ουδεμία σχέση έχουν με ΣΥΡΙΖΑ, ν. Παρασκευόπουλου, και οτιδήποτε άλλο. Προβλέπονται εδώ και πολλά χρόνια και υπέστησαν σοβαρή αναμόρφωση με το ν. 3904/2010.
Ανασταλτικό αποτέλεσμα μπορεί να χορηγηθεί οποτεδήποτε επιβάλλεται ποινή πρόσκαιρης (όχι ισόβιας) κάθειρξης, εκτός αν με ειδική διάταξη νόμου τούτο απαγορεύεται για ορισμένη κατηγορία εγκλημάτων. Έτσι π.χ. για το έγκλημα της μεταφοράς υπηκόων τρίτων χωρών που στερούνται δικαιώματος εισόδου στην ελληνική επικράτεια, η χορήγηση ανασταλτικού αποτελέσματος στην έφεση απαγορεύεται ρητά με ειδική διάταξη νόμου.
Στις υπόλοιπες περιπτώσεις, κατά το νόμο (497 παρ. 8 ΚΠΔ) " τότε μόνο δεν χορηγείται ανασταλτικό αποτέλεσμα κατά την παρ. 4 στην έφεση ή απορρίπτεται η αίτηση αναστολής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης, όταν κρίνεται αιτιολογημένα ότι οι περιοριστικοί όροι δεν αρκούν και ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει γνωστή και μόνιμη διαμονή στη χώρα ή έχει κάνει προπαρασκευαστικές ενέργειες για να διευκολύνει τη φυγή του ή κατά το παρελθόν υπήρξε φυγόποινος ή φυγόδικος ή κρίθηκε ένοχος για απόδραση κρατουμένου ή παραβίαση περιορισμών διαμονής, εφόσον από τη συνδρομή των παραπάνω στοιχείων προκύπτει σκοπός φυγής ή κρίνεται αιτιολογημένα ότι αν αφεθεί ελεύθερος είναι πολύ πιθανό, όπως προκύπτει από προηγούμενες καταδίκες του για αξιόποινες πράξεις ή από τα συγκεκριμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πράξης, να διαπράξει και άλλα εγκλήματα. Το δικαστήριο σε κάθε περίπτωση χορηγεί ανασταλτικό αποτέλεσμα ή αναστολή εκτέλεσης, αν αιτιολογημένα κρίνει ότι η άμεση έκτιση ή συνέχιση έκτισης της ποινής θα έχει ως συνέπεια υπέρμετρη και ανεπανόρθωτη βλάβη για τον ίδιο ή για την οικογένεια του. Αν παραβιαστούν οι όροι που τέθηκαν το αρμόδιο δικαστήριο αποφαίνεται, ύστερα από αίτηση του εισαγγελέα, για την άρση ή όχι της χορηγηθείσας αναστολής εκτέλεσης".
Όλα τα παραπάνω βρίσκονται στην κυριαρχική κρίση του δικάζοντος δικαστηρίου.
Εγώ δεν θέλω να γίνω κακός και να πω ότι ο Λιγνάδης,
per se, δεν άξιζε ανασταλτικό αποτέλεσμα. Μπορεί και να άξιζε, αν και το παρελθόν του δεν δείχνει ακριβώς ότι η διάπραξη και άλλων παρομοίων εγκλημάτων ήταν απίθανη. Αυτό που με εντυπωσιάζει όμως, είναι ότι σε πλείστες άλλες υποθέσεις, όπου οι κατηγορούμενοι προδήλως δικαιούνται ανασταλτικού αποτελέσματος, αφού δε συντρέχουν τα "απαγορευτικά" κριτήρια του άρθρου 497 παρ. 8 ΚΠΔ, τελικά δεν το λαμβάνουν (ενώ θα έπρεπε). Δηλαδή ενώ τα κριτήρια δεν συντρέχουν, το δικαστήριο βρίσκει μια τυπική αιτιολογία (ότι συντρέχουν) και τους στερεί το ανασταλτικό αποτέλεσμα.
Στην περίπτωση του Λιγνάδη - βέβαια μένει να δούμε την αιτιολογία - φαίνεται ότι το ανασταλτικό αποτέλεσμα δόθηκε με περισσή ευκολία. Τυχαίο; Δε νομίζω.
Υ.Γ. πάντως για να το δούμε εντελώς σφαιρικά το θέμα, πρέπει να πούμε ότι όταν ένα δικαστήριο αποφασίζει κατά πλειοψηφία και όχι ομόφωνα, οι πιθανότητες για χορήγηση ανασταλτικού αποτελέσματος είναι στην πράξη αυξημένες (ίσως ως μια έκφραση της μικρής, έστω, αμφιβολίας του δικαστηρίου, ως συλλογικού πλέον οργάνου, για την απόλυτη ορθότητα της κρίσης του).