- 18 Νοέμ 2015, 10:11
#187594
kubiak έγραψε:
Απο οσο εχω καταλαβει, οι ιταλοι δε γνωριζουν αγγλικα, οι γαλλοι δε θελουν να μιλανε αγγλικα, οι γερμανοι δεν εχουν συνηθως προβλημα να μιλανε αγγλικα, οι αγγλοι δε γνωριζουν αλλη γλωσσα, οι ελβετοι οπως οι γερμανοι. Ξερει κανενας για τους Ισπανους;
Οσο εμεις; Λιτλ σπινατς πα'ι'...
είναι ολίγον στερεοτυπικό αυτό. Σε μια πρόσφατη έρευνα ο ένας στους δύο πολίτες της ΕΕ δήλωσε ότι δεν γνωρίζει καμιά ξένη γλώσσα, σε επίπεδο που να μπορεί να τη χρησιμοποιήσει σε μια συζήτηση (με πρωταθλητές του Ούγγρους, τους Βρετανούς και τους Πορτογάλους).Το ποσοστό δε στους ευρωπαίους εκτός ΕΕ ανέβαινε πάνω από το 60%.
Σε επίπεδο αγγλομάθειας στην κορυφή είναι οι βορειοευρωπαίοι (με πρωταθλητές τους σκανδιναυούς), ενώ λατινικές χώρες και κεντροευρωπαϊκές είναι στο μέσον της κατάταξης.
Γενικά η τάση γλωσσομάθειας στην Ευρώπη έχει αλλάξει τα τελευταία 20-30 χρόνια και το επίπεδό της είναι σαφώς μεγαλύτερο στις ηλικίες κάτω των 30-35, αφού αυτή η υποομάδα έχει μεγαλύτερη και καλύτερη σχέση με την πληροφορική και το διαδίκτυο, η γλώσσα των οποίων είναι κατά κανόνα η αγγλική.
Οι λόγοι υστέρησης στη γλωσσομάθεια και με τον όρο αυτό υπονοούμε κυρίως την αγγλική, διαφέρουν ανά περιοχές ή χώρες. Για παράδειγμα σε όλες τις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ η διεθνής γλώσσα, που περιλαμβάνετο και στις εγκυκλίους σπουδές τους, ήταν η ρωσική και όχι η αγγλική (για προφανείς λόγους).
Σε ορισμένες χώρες της δυτικής Ευρώπης υπήρξε μια τάση επιφυλακτικότητας, που έφτανε στα όρια της φοβίας κατἀ περιπτώσεις, έναντι της αγγλικής, η οποία μεταπολεμικά άρχισε να εξελίσσεται ραγδαία σε διεθνή γλώσσα επικοινωνίας, που αφορούσε την αλλοίωση της "καθαρότητας" των εθνικών γλωσσών και δι αυτής του πολιτισμού τους εν γένει. Το φαινόμενο αυτό ήταν ιδιαίτερα έντονο στη Γαλλία, της οποίας η γλώσσα ως διεθνές όργανο επικοινωνίας, άρχισε να συρρικνώνεται ραγδαία. Απὀτοκος αυτού του φαινομένου, το οποίο στηρίχθηκε από κρατική πολιτική στον τομέα της παιδείας και έθιξε και τα εθνικιστικά αντανακλαστικά των γάλλων, είναι η τάση, ακόμα και σήμερα, να προσαρμόζουν στη δική τους γλώσσα, αγγλικές λέξεις ή και ακρωνύμια που έχουν παγιωθεί πλέον διεθνώς, εντασσόμενες στο παγκόσμιο σχεδόν λεξιλόγιο.
Στην Ιταλία από την άλλη το φαινόμενο της κρατικής επιφυλακτικότητας απέναντι στις ξένες γλώσσες, είχε αποκλεισιτκά να κάνει με την τόνωση της εκμάθησης και της διάδοσης χρήσης της ίδιας της επίσημης ιταλικής γλώσσας, που κατά βάση είναι το γλωσσικό ιδίωμα της Τοσκάνης, εντός των ορίων της ιταλικής χερσονήσου.Το 1861, χρονιά ενοποίησης του ιταλικού κράτους, μόλις το 2% του πληθυσμού γνώριζε με επάρκεια να μιλά και να γράφει στην επίσημη ιταλική γλώσσα, ενώ το ποσοστό αυτών που απλά μπορούσε να την κατανοήσει σε ικανοποιητικό βαθμό, λίγα χρόνια μετά, δεν υπερέβαινε το 10%. Αυτό οφείλεται κυρίως στη γεωφυσική διαμόρφωση της χερσονήσου, που απετέλεσε και αρνητικό παράγοντα στη διαδικασία της εθνικής ενοποίησής της, αφού ο ορεινός όγκος των Απεννίνων καθιστούσε αδύνατη τη φυσική επικοινωνία των ιταλών μεταξύ τους. Κάτοικοι χωριών και πολέων,που απείχαν ελάχιστες δεκάδες χιλίομετρα μεταξύ τους, δεν είχαν ακούσει ο ένας το γλωσσικό ιδίωμα του άλλου επί δεκαετίες μετά την ενοποίηση. Γλωσσικά οι ιταλοί ἀρχισαν να γνωρίζονται μεταξύ τους, σφυρηλατώντας και μια βασική εθνική συνείδηση, στις χώρες διασποράς τους, στις Αμερικές, μόλις κατά τις αρχές του περασμένου αιώνα και κατά τη διάρκεια της επιστράτευσης του Α παγκοσμίου πολέμου (και αυτό ήταν και ένα από τα σοβαρά επιχειρήματα των υποστηρικτών της εισὀδου στον πόλεμο,προς τον οποίο το μεγαλύτεο μέρος του πληθυσμού ήταν αντίθετο).Ακόμα και σήμερα στις μεταξύ τους επαφές οι ιταλοί χρησιμοποιούν τη διάλεκτο (πολλές φορές βαριά) της περιοχής τους. Κατάλοιπο της κρατικής πολιτικής ενίσχυσης της ιταλικής γλώσσας, παραμένει ο μεταγλωττισμός όλων των ξενόγλωσσων σειρών και ταινιών που προβάλλεται σε τηλεόραση και κινηματογράφο, μέχρι και σήμερα.
Ανάλογη η κατάσταση και στην Ισπανία, με το επίπλεον πρόβλημα η βασκική, το καταλανικό ιδίωμα και τα gallegos της Γαλικίας, να αποτελούν επί χρόνια το μέσον δημιουργίας αυτόνομης εθνικής συνείδησης και πολιτικής αντίθεσης, επί φρανκισμού, στα καστιλίανικα του επίσημου ισπανικού κράτους, με τις δύο πρώτες να αποτελούν και το άρμα του πολύ ισχυρού σεπαρατισμού.