.
.
"C'est justement à Cannes que Stephen Liégeard (1830-1925) a l'habitude de venir chercher un peu de douceur et de sérénité", explique Stéphane Bern. Ce Dijonnais, d'abord avocat, préfet puis parlementaire, est un fidèle de Napoléon Bonaparte. Très vite, il va devenir le parrain de la Côte d'Azur.
En 1887, il publie un livre en hommage à cette région qu'il aime tant et qui l'inspire au quotidien. Son titre : La Côte d'Azur. Un titre inspiré de sa Côte d'Or natale adaptée au ciel bleu de la Méditerranée. Mais ce n'est qu'en 1960 que la région Provence-Alpes-Côte d'Azur est enfin officiellement créée.
224v έγραψε:έτσι έγιναν τα πράγματα, όταν πήγαμε στη Σμύρνη μας έδειξε ο σύνοδος το σημείο από όπου οι μαζεμένοι νεοτουρκοι άρχισαν τους πυροβολισμός κατά των αποβιβαζομενων ελληνικών στρατευμάτων.
.
Τον Μάρτιο του 1909, έναν χρόνο έπειτα από τον επίσημο τερματισμό του Μακεδονικού Αγώνα και λίγους μήνες πριν από το κίνημα στο Γουδί, η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Θεοτόκη συγκροτεί την Επιτροπεία Τοπωνυμιών της Ελλάδος. Αυτή θα ήταν στο εξής υπεύθυνη «να προτείνει ονομασίες περί μεταβολής α) των αλλόγλωσσων ή κακόφωνων ονομάτων και β) των ακατάλληλων ελληνικών που αντικατέστησαν παλαιότερα ελληνικά ονόματα». Ο σκοπός αυτής της κίνησης φανερώνεται στην εισηγητική έκθεση του υπουργού Εσωτερικών Νικόλαου Λεβίδη: «Τα βάρβαρα ονόματα και τα κακόφωνα ελληνικά λυπούσι μεν το γλωσσικόν συναίσθημα, έχουσι δε και επιβλαβή μορφωτικήν επήρειαν εις τους κατοικούντας, συστέλλοντα και ταπεινούντα το φρόνημα αυτών, αλλά και παρέχουσι ψευδή υπόνοια της εθνικής συστάσεως του πληθυσμού».
Ο Λεβίδης, φιλόλογος και ο ίδιος –αλλά και σκοπευτής, με συμμετοχή στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896– επέλεξε για πρόεδρο της επιτροπής τον «πατέρα της ελληνικής λαογραφίας» Νικόλαο Πολίτη, ενώ στα αρχικά μέλη της συμπεριλήφθηκαν πρόσωπα όπως ο ιστορικός και μετέπειτα πρωθυπουργός Σπυρίδων Λάμπρος, ο γλωσσολόγος Γεώργιος Χατζηδάκις, ο παλαιογράφος Γρηγόριος Βερναρδάκης, ο αρχαιολόγος Χρήστος Τσούντας και ο ιστοριοδίφης Δημήτριος Καμπούρογλου. Αργότερα, λόγω θανάτων και παραιτήσεων, έγιναν μέλη μεταξύ άλλων ο βυζαντινολόγος Κωνσταντίνος Αμάντος, ο ιστορικός Ιωάννης Βογιατζίδης και ο φιλόλογος και ποιητής Σίμος Μενάρδος.
Τα τρία πρώτα χρόνια η επιτροπή κινήθηκε με αργούς ρυθμούς, μελετώντας μεθοδικά τις πηγές και εκφράζοντας κρίσεις ακόμη και για μετονομασίες που είχαν γίνει πολλές δεκαετίες πριν. Αναφέρεται, για παράδειγμα, στις εκθέσεις της ότι η Λαμία (πρώην Ζητούνι), η Υπάτη (Πατρατζίκι), το Αίγιο (Βοστίτσα) και η Άμφισσα (Σάλωνα) καλώς μετονομάστηκαν έτσι, όμως δεν ισχύει το ίδιο για την Αρεόπολη (Τσίμοβα), το Αγρίνιο (Βραχώρι) και το Αιτωλικό (Ανατολικό), για τα οποία θα έπρεπε να είχαν βρεθεί άλλες ονομασίες. Επιπλέον, η επιτροπή στηλιτεύει τη διαδεδομένη πρακτική της μεταβολής του γένους και της πτώσης των «αλλόγλωσσων» τοπωνυμίων σε μια προσπάθεια εξελληνισμού τους (Χασάνιον αντί Χασάνη, Τατόιον αντί Τατόη, Χαϊδάριον αντί Χαϊδάρη κ.λπ.), ενώ προβληματίζεται για το γεγονός ότι, σε πολλές περιπτώσεις, παρότι έχουν περάσει τόσα χρόνια από τις αλλαγές, οι παλιές ονομασίες εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται.
Σε γενικές γραμμές, η Επιτροπεία Τοπωνυμιών ήταν υπέρ του να αλλαχτούν όλα τα «βάρβαρα και κακόηχα» ονόματα. («Μα είναι ανεκτόν, δια το όνομα του Θεού και των θεών, ο Σωκράτης και ο Αριστείδης να είναι από το Μπραχάμι και ο Θεμιστοκλής από το Λιόπεσι;» αναρωτιόταν χαρακτηριστικά ο Δημήτριος Καμπούρογλου). Αυτό όμως θα έπρεπε να γίνει με επιστημονικά ορθό τρόπο: «Πάσα απόπειρα προς μεταβολή τοπωνυμίας άνευ επιγνώσεως του ιστορικού λόγου αυτής ελέγχει ασύγγνωστον επιπολαιότητα» σημείωνε ο Νικόλαος Πολίτης. Όλα τα μέλη, πάντως, συμφωνούσαν ότι από τις αλλαγές έπρεπε να εξαιρεθούν όσα «αλλόγλωσσα» τοπωνύμια «καθηγιάσθησαν δι’ ηρωικών πράξεων»: Κλείσοβα, Αράχοβα, Βαλτέτσι, Δερβενάκια, Γραβιά, Άμπλιανη, Αλαμάνα…
Ο όγκος της δουλειάς αυξάνεται
Η μεταρρύθμιση του 1912 καταργεί τους πολυκοινοτικούς δήμους και δίνει διοικητική υπόσταση –και συνεπώς ορατότητα– σε πολλές εκατοντάδες χωριά και οικισμούς με «μη ελληνικά» ονόματα. Τα κοινοτικά συμβούλια των τελευταίων καλούνται άμεσα από το υπουργείο να προτείνουν τη νέα τους ονομασία, ώστε να κριθεί από την Επιτροπεία Τοπωνυμιών. Την ίδια χρονιά ξεκινούν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι και, λίγο αργότερα, στην Ελλάδα εντάσσονται η Μακεδονία, η Ήπειρος, τα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου και η Κρήτη. Ακολουθούν ο Εθνικός Διχασμός, η είσοδος της χώρας στον Μεγάλο Πόλεμο και η έναρξη της μικρασιατικής περιπέτειας, δημιουργώντας νέα δεδομένα και προτεραιότητες. Στο μεταξύ, η Επιτροπεία εξακολουθεί να συσκέπτεται, εγκρίνοντας ή απορρίπτοντας τις προτάσεις των τοπικών κοινοτικών συμβουλίων. Διαβάζουμε για παράδειγμα: «Το Κοινοτικόν Συμβούλιον Σουλεϊμάν Αγά Ηλείας ορθώς έκρινε αποφασίσαν την μεταβολήν του βαρβάρου ονόματος, όπερ και αδιάφορον ιστορικήν είδησην, ότι το χωρίον επί τουρκοκρατίας ήτο πότε ιδιοκτησία Τούρκου τινός Αγά ονομαζόμενου Σουλεϊμάν. Το προτεινόμενο όνομα Μυρσίνη είναι εύφωνο, ελληνικότατον και ουχί κοινόν».
Και παρακάτω: «Η ονομασία του Χαρβατίου Αργολίδος διατηρεί την μνήμην εγκαταστάσεως εν τω χωρίω Κροατών ή τινός Κροάτου (Χορβάτη) ιδιοκτήτου αυτού. Το άδοξον δε και άσημον γεγονός τούτο εξηφάνισε το σεπτόν όνομα των Μυκηνών, ων την θέσιν κατέχει το χωρίον· ευλόγως δε ζητεί το κοινοτικόν συμβούλιον Χαρβατίου ν’ αναλάβει η κοινότης των το αρχαίον όνομα».
Για το Μούλκι της Σαλαμίνας, η επιτροπή συμφωνεί να αλλαχτεί το όνομα «διότι είναι τουρκικής προελεύσεως σημαίνον το κτήμα», έχει όμως τη γνώμη «να μετονομαστεί η κοινότης ουχί Αίας, ως απεφάσισε το κοινοτικόν συμβούλιον, αλλά Αιάντειον».
Για το Γυφτοχώρι Φθιώτιδας, πάλι, η επιτροπή γνωμοδοτεί αρνητικά «διότι το όνομα ουδέν το επίψογον έχει». Το υπουργείο όμως θα αποφασίσει τη μετονομασία του σε Καλλιθέα Σπερχειάδος.
Συνολικά, μέσα στην ταραγμένη δεκαετία του 1910 θα γίνουν κάπου 180 αλλαγές. Στην Αττικοβοιωτία η Χασιά μετονομάζεται σε Φυλή, το Μενίδι σε Αχαρναί, το Λιόπεσι σε Παιανία, τα Κιούρκα σε Αφίδναι, το Μάζι σε Οινόη, η Κόκλα σε Πλαταιές, τα Παραπούγγια σε Λεύκτρα, το Δαδί σε Αμφίκλεια, το Βράτσι σε Τανάγρα, ο Κριμπάς σε Αλίαρτο.
Στη Λέσβο, ο Μόλυβος γίνεται Μήθυμνα και στην Πελοπόννησο η Στεμνίτσα Υψούς και το Πιαλή Τεγέα, ενώ αφαιρούνται από τον χάρτη ονομασίες όπως Ιμπραήμ Εφένδη (Επισκοπή), Τζαφερόγλι (Ασίνη), Χασάμπασα (Αριστοδήμειον), Τόσκεσι (Οιχαλία), Χατζημουσταφά (Ευαγγελίστρια), Βρωμοσέλα (Θωκνία) κ.ά. Στη Θεσσαλία, το Άκετσι μετονομάζεται Μικροθήβαι, το Λασποχώρι Ομόλιον και ο Άνω Μαχαλάς του Βόλου Άνω Βόλος. Αλλάζουν επίσης μπόλικα τουρκικής προέλευσης ονόματα, όπως Καραλάρ (Ελευθέριον), Γιαχαλάρ (Σωτήριον), Μπετσιλέρ (Ελληνικόν), Νεμπεγλέρ (Νίκαια), Σουφλάρ (Κυπαρίσσι) κ.ά. Θα μετονομαστεί το 1919 μέχρι και το ιστορικό Κιλελέρ, παίρνοντας την κοινότατη ονομασία Κυψέλη.
Την ίδια χρονιά, στο κάδρο των αλλαγών μπαίνει για πρώτη φορά η Μακεδονία, με το βάρος να πέφτει στην περιοχή των Γρεβενών, όπου εξελληνίζονται 22 ονομασίες χωριών: Τουργιούκι/Τουρνίκι, Βέλιανη/Βελώνη, Τεβρέν/Τριβένι, Κοτσκό/Κοσκό κ.ά.
Το 1920, με τη συνθήκη των Σεβρών, η Θράκη –τόσο η Δυτική όσο και το μεγαλύτερο μέρος της Ανατολικής– ενσωματώνεται στην Ελλάδα. Οι μετονομασίες εδώ θα γίνουν με συνοπτικές διαδικασίες, από μια τριμελή επιτροπή που την αποτελούσαν οι Κώστας Γεραγάς, διευθυντής των Εσωτερικών της Γενικής Διοικήσεως Θράκης, ο δημοσιογράφος Δημήτρης Καραχάλιος και ο, γεννημένος στην Αδριανούπολη, δάσκαλος και ιστοριοδίφης Γεώργιος Λαμπουσιάδης, σε μια προσπάθεια να δημιουργηθούν τετελεσμένα έναντι της Τουρκίας και της Βουλγαρίας.
Έτσι, την επόμενη χρονιά κι ενώ το μέτωπο στη Μικρά Ασία έχει πια βαλτώσει, θα γίνουν στην Ανατολική Θράκη 577 μετονομασίες (245 στον νομό Ραιδεστού, 186 στον νομό Σαράντα Εκκλησιών, 92 στον νομό Καλλιπόλεως και 54 στον νομό Αδριανουπόλεως, που τότε περιλάμβανε και ένα μέρος του σημερινού νομού Έβρου). Κάποιες από αυτές αποτελούσαν την επισημοποίηση των ελληνικών ονομασιών που χρησιμοποιούσε ο ελληνικός πληθυσμός της περιοχής. Στη Δυτική Θράκη οι μετονομασίες θα είναι 380. Μεταξύ άλλων, το Δεδέ Αγάτς (Δέντρο του Ερημίτη, στα τουρκικά) θα βαφτιστεί Αλεξανδρούπολη και η Γκιουμουλτζίνα, η ονομασία της οποίας προερχόταν μάλλον από το βυζαντινό τοπωνύμιο Κουμουτζηνά, θα εξευγενιστεί σε Κομοτηνή. Παράλληλα θα εξελληνιστούν πολλά τουρκικά τοπωνύμια: Σάπτση/Σάπαι, Γιασή Κιόι/Ίασμος, Σαχίν/Εχίνος, Τσελέρ/Σέλερον, Ελμαλή/Μελίβοια κ.ά.
Η τριετία της μεγάλης αλλαγής
Η μικρασιατική καταστροφή βάζει τέλος στα όνειρα για μια Ελλάδα «πέντε θαλασσών και δύο ηπείρων». Το γιγαντιαίο έργο για την περίθαλψη και τη στέγαση των προσφύγων ξεκινά μέσα σε περιβάλλον πολιτικής αστάθειας, από το οποίο δεν λείπουν τα στρατιωτικά πραξικοπήματα και οι συνεχείς αλλαγές κυβερνήσεων. Όταν το τοπίο σταθεροποιείται λίγο, οι μετονομασίες ξεκινούν. Τώρα τα πάντα πρέπει να γίνουν με ταχύτητα.
Με το διάταγμα της 17ης Σεπτεμβρίου 1926, καλούνται οι νομαρχίες να μεταβάλουν άμεσα τα ξενόφωνα ή κακόηχα ονόματα των οικισμών της περιοχής ευθύνης τους. Στις τοπικές επιτροπές οφείλουν να συμμετέχουν, υπό την προεδρία του νομάρχη, εκπαιδευτικοί, δημόσιοι υπάλληλοι, ιερείς και γενικώς «εντόπια πρόσωπα, δυνάμενα να συντελέσωσιν εις τον επιδιωκόμενον σκοπόν». Για τη διευκόλυνσή τους το υπουργείο αποστέλλει ένα εγχειρίδιο με τίτλο «Οδηγίαι για τη μετονομασία κοινοτήτων και οικισμών εχόντων τουρκικόν ή σλαβικόν όνομα». Σημειώνεται ότι, έπειτα από τις μετονομασίες, κάθε χρήση του παλαιού ονόματος θα τιμωρείται με πρόστιμο 100 δραχμών ή με κράτηση δέκα ημερών.
Κάπως έτσι, μέσα σε τρία χρόνια, θα αλλάξουν όνομα κάπου 2.600 πόλεις και χωριά της Ελλάδας. Τη μερίδα του λέοντος θα έχει η Μακεδονία, από την οποία έχουν φύγει με την ανταλλαγή των πληθυσμών κάπου 350 χιλιάδες γηγενείς μουσουλμάνοι. Εδώ, η διαδικασία θα πρέπει να ιδωθεί και σε συνδυασμό με την ειδική μέριμνα για τον γλωσσικό εξελληνισμό του σλαβόφωνου πληθυσμού. Μέχρι το 1928, λοιπόν, θα γίνουν στη Μακεδονία σχεδόν 1.600 αλλαγές. Οι 127 από αυτές θα είναι στον νομό Θεσσαλονίκης, όπου θα εγκριθούν ονόματα όπως Ωραιόκαστρο (πρώην Δαούτ Μπαλή), Πολίχνη (Καραϊσίν) Πανόραμα (Αρσακλή), Πυλαία (Καπουτζιλάρ), Σίνδος (Τεκελή), Θέρμη (Σέδες), Διαβατά (Δουδουλάρ), Φίλυρος (Γιαλιτσζίκ), Έμβολος (Καραμπουρνού), Προφήτης (Κλείσαλι), Πολίχνη (Καραϊσίν), Άγιος Αθανάσιος (Καβακλή) κ.ά.
Οι περισσότερες μακεδονικές μετονομασίες γίνονται στον νομό Κιλκίς: Εύζωνοι (Ματσίκοβο), Ειδωμένη (Σέχοβο), Μυριόφυτο (Πόποβο), Αξιούπολη (Μποέμιτσα), Επτάλοφο (Σεβεβτεκλή) κ.ά. Ακολουθεί με 212 αλλαγές ο νομός Δράμας: Μικρόπολη (Καρλίκοβα), Κάτω Νευροκόπι (Ζίρνοβο), Πετρούσα (Πλεύνα), Χωριστή (Τσατάλτζα), Άγιος Πέτρος (Περόφ). Και τρίτος κατά σειρά έρχεται ο νομός Σερρών με 200: Κερκίνη (Μπούτκοβο), Στρυμονικό (Όρλιακ), Σκοπιά (Στρίτζοβα), Χείμαρρος (Κόπριβα) κ.ά.
Ο στόχος της ευρείας αποκατάστασης των αρχαιοελληνικών ή έστω των βυζαντινών ονομάτων ήταν αδύνατον να ευοδωθεί, καθώς το σύγχρονο οικιστικό δίκτυο ήταν τελείως διαφορετικό. Παρ’ όλα αυτά, το Σόροβιτς Φλωρίνης θα γίνει Αμύνταιο, η Χρούπιστα Καστοριάς Άργος Ορεστικόν, τα Καϊλάρια Κοζάνης Πτολεμαΐδα και τα χωριουδάκια Μπάρμπες και Κούτλες της Ημαθίας θα πάρουν το όνομα της Βεργίνας, μιας βασίλισσα που, σύμφωνα με τον τοπικό λαϊκό θρύλο, ζούσε στην περιοχή.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα ξενικά τοπωνύμια είτε μεταφράζονται (Τσερέσνιτσα/Πολυκέρασο, Σλάτινα/Χρυσή, Ουζούν Κιόι/Μακρυχώριον, Γενή Κιόι/Νέα Κώμη, Τίκβενη/Κολοκυθού), είτε ελληνοποιούνται φωνητικά (Ποδογόριανη/Ποδοχώρι, Γκόργιανη/Γεωργιανή, Αλχανλή/Αχλαδινή, Φωτίνιστα/Φωτεινή, Αρακλή/ Ηράκλειον, Σφίνιτσα/Σφήνα, Γουμέντζα/Γουμένισσα, Εδερνετζίκ/Αδριανή). Σημαντική εκπροσώπηση έχουν τόσο οι Άγιοι και οι Αγίες της Ορθόδοξης Εκκλησίας, όσο και οι χαμένες πατρίδες: Νέα Σάντα (πρώην Βολοβότ), Νέα Πέραμος (Καλιά Τσιφλίκ), Νέος Μαρμαράς (Μπαλαμπάν), Νέα Αμισσός (Τσάι Τσιφλίκ), Νέα Ζίχνη (Ζηλιάχοβα), Νέα Σπάρτη (Βουδωρίνα) κ.ά.
Οι ντόπιοι σλαβόφωνοι πληθυσμοί δυσκολεύτηκαν πολύ να συνηθίσουν τα νέα τοπωνύμια. Σύντομα, όμως, απέκτησαν πολύ μεγαλύτερα προβλήματα καθώς, κυρίως μέσα στη δεκαετία του 1930, θα εφαρμοστούν πολύ σκληρά μέτρα για τη γλωσσική τους αφομοίωση. Στους παραπονούμενους θα βρεθούν, για τελείως διαφορετικούς λόγους, και κάποιοι σαν τον Αρχιμανδρίτη Κύριλλο Ζαχόπουλο, πρωτοσύγγελο της Μητροπόλεως Καβάλας και Νέστου. Ο τελευταίος, σε άρθρο του σε τοπικό έντυπο το 1928 τα βάζει με την επιτροπή των Αθηνών η οποία «έβγαλε εκ της σοφής κάρας της» τα πορίσματά της, αγνοώντας τις προτάσεις των τοπικών συμβουλίων. «Ο ενδιαφερόμενος κόσμος, όταν έμαθε τα ξενάκουστα και γλυκανάλατα ονόματα, κατελήφθη υπό αθυμίας και ησθάνθη διάθεσιν προς έμετον» γράφει, αναφερόμενος στα χωριά Λεκάνη (πρώην Μούτζινος) και Χαϊδευτό (πρώην Χατζή Αμίν Αγά). Σημειώνει δε ειρωνικά πως όταν πήγε στο Πολύνερο (πρώην Ναϊπλή) βρήκε «μίαν βρύσιν και ολίγον παρέκει μίαν στέρναν», στις δε Πηγές (πρώην Σουσούρκιοϊ) «έναν λάκκο με θολερά ύδατα».
Την ίδια εποχή θα γίνουν 400 μετονομασίες στην Πελοπόννησο (Λεβέτσοβα/Κροκεαί, Χαλούλου/Βαρικά, Κάβαλο/Πύρριχος, Σίτσοβα/Αλαγονία κ.ά.), 270 στην Ήπειρο (Βοστίνα/Πωγωνιανή, Τσαρκοβίστα/Δωδώνη, Λιασκοβέτσι/Λεπτοκαρυά κ.ά.), 230 στη Θεσσαλία (Μπαμπά/Τέμπη, Κεσερλί/Συκούριο, Μπαλαμούτι/Ιτιά κ.ά.) και 215 στη Στερεά Ελλάδα (Βελίτσα/Τιθορέα, Στανιάτες/Οινόφυτα, Μαμούρα/Αλκομεναί κ.ά.). Στην Αττική, το Μπραχάμι θα γίνει Άγιος Δημήτριος, το Κρυεκούκι Ερυθραί, το Σάλεσι Αυλώνα, το Βελιατζίκι Μικροχώρι και ο Δαμαλάς Τροιζήνα.
Το 1927 είναι η χρονιά που θα αλλάξει όνομα και η …περίφημη Κολοπετινίτσα. Αρχικά θα γίνει Μονοδένδρι και, έναν χρόνο μετά, Τριταία Φωκίδας.
Το τελευταίο μεγάλο κύμα
Έπειτα από τη μετονομαστική μανία της περιόδου 1926-1928, οι ρυθμοί πέφτουν και μέχρι το 1940 γίνονται σε ολόκληρη τη χώρα 350 αλλαγές. Ξεχωρίζουν εκείνες του Βατώντα Χαλκίδας, ο οποίος μετονομάζεται σε Νέα Αρτάκη, του Ερημόκαστρου Βοιωτίας που γίνεται Θεσπιές και των Αρκουδομέτοχων Ρεθύμνου, που παίρνουν το όνομα της Ελεύθερνας, ο αρχαιολογικός χώρος της οποίας βρίσκεται σε κοντινή απόσταση. Το Δραγάμεστο Αιτωλοακαρνανίας, το Μπολάτι Κορινθίας και τα Γιανιτσάνικα Μεσσηνίας αποκτούν ηρωικά ονόματα και γίνονται Καραϊσκάκης, Κολοκοτρώνης και Νικηταράς αντίστοιχα – τα δύο τελευταία προσωρινά. Στην περιοχή της πρωτεύουσας, πάλι, τα Νέα Σφαγεία μετονομάζονται το 1936 σε Ταύρος και, τέσσερα χρόνια μετά, ο Βουρλοπόταμος σε Αμφιθέα και η Νέα Κοκκινιά σε Νίκαια.
Οι αλλαγές στην Αττική θα συνεχιστούν μεταπολεμικά, από το Συμβούλιο των Τοπωνυμιών το οποίο συγκροτήθηκε τον Ιούνιο του 1945. Δύο χρόνια αργότερα, το Ρωσσοχώρι, όπου οι Αθηναίοι εκδράμουν για να γευθούν το φημισμένο πεϊνιρλί, θα μετονομαστεί σε Δροσιά (η λέξη Ρώσσος ήταν γενικά επικίνδυνη μεσούντος του Εμφυλίου) ενώ το 1951 το μεσαιωνικό αθηναϊκό τοπωνύμιο Κατσιπόδι θα αντικατασταθεί από το εξαιρετικά κοινότοπο Δάφνη.
Ακόμη, μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '60 το Μπογιάτι θα έχει μετονομαστεί σε Άνοιξη, οι Κουκουβάουνες σε Μεταμόρφωση, το Μπάφι σε Κρυονέρι, η Μαγκουφάνα σε Πεύκη, η Κάντζα σε Λεοντάρι, η Ραμπεντόσα σε Ανατολή, η Καμάριζα σε Άγιο Κωνσταντίνο, το Πόρτο Ράφτη σε Λιμένα Μεσογαίας και λίγο αργότερα η Αυλώνα σε Ανθούσα και τα Βλάχικα της Βάρης σε Δίλοφο. Συνολικά, μέσα στη δεκαετία του 1950 έγιναν στη χώρα 880 αλλαγές, με τις περισσότερες από αυτές κατά την πενταετία 1953-1957. Στη Θεσσαλονίκη οι Μαντζάρηδες μετονομάστηκαν σε Νέα Ραιδεστό, ο Νέος Κουκλουτζάς σε Εύοσμον και το Ρετζίκι σε Πεύκα. Άλλαξαν ακόμη ονόματα ο Γιδάς Ημαθείας (Αλεξάνδρεια), το Κολοκούρι Πιερίας (Σβορώνος), η Λιτονιάβιστα Ιωαννίνων (Κλειδωνιά), η Καστάνιανη Πωγωνίου (Καστανή), το Κεράσοβο Κονίτσης (Αγία Παρασκευή), το Χλεμποτσάρι Βοιωτίας (Ασωπία), ο Καράμπαμπας της Χαλκίδας (Κάνηθος) κ.ά.
Θα αλλαχτούν επίσης πολλά τοπωνύμια με μεγάλο γλωσσολογικό και λαογραφικό ενδιαφέρον, όπως τα Νιάου (πλέον Αφέτες Πηλίου), Μουσουλού (Μυρσίνη Τήνου), Κουτσοχεράδο (Χείμαρρος Νάξου), Δραγουλάς (Πρόδρομος Πάρου), Πεσπεράγου (Πεδινόν Λήμνου), Χαϊχούτες (Άγιος Δημήτριος Κω), Τουρτούλοι (Άγιος Γεώργιος Λασιθίου), Μούλετε (Χρυσαυγή Χανίων) κ.ά. Ακόμη, το Καστελόριζο θα γίνει Μεγίστη, το Τηγάνι Σάμου Πυθαγόρειο, η Σπιναλόγκα Καλυδώνα και τα Πηγάδια Καρπάθου θα μετονομαστούν επισήμως σε Κάρπαθο. Στον χάρτη θα μπουν τρεις ακόμη ήρωες: Οι Βρασταμίτες Βοιωτίας παίρνουν το όνομα του Υψηλάντη, η Άνω Μουσουνίτσα Φωκίδας του Αθανάσιου Διάκου, ενώ το 1957 το Νέο Κατράμι Ξάνθης (το οποίο πριν από το 1921 λεγόταν Καρά Κιόι) μετονομάζεται σε Αυξεντίου, προς τιμήν του Κύπριου αγωνιστή ο οποίος είχε εκτελεστεί την ίδια χρονιά από τους Βρετανούς.
Κάποιες αλλαγές, πάντως, φαίνεται πως έγιναν για λόγους ευπρεπείας. Για παράδειγμα, το 1957 το Συμβούλιο Τοπωνυμιών ανακάλυψε ότι ένα μικρό χωριό κοντά στην Κομοτηνή είχε καταγραφεί κατά τη δεκαετία του ‘20 ως Πρώκτειον και έσπευσε να το μετονομάσει σε Ροδίτη. Για παρεμφερείς λόγους, ο οικισμός Τσιμπουκάτικα Θεσπρωτίας θα πάρει λίγα χρόνια αργότερα το όνομα Πέραμα.
Το εγχείρημα ολοκληρώνεται
Από τη δεκαετία του 1960 και έπειτα, ένας βασικός στόχος του Συμβουλίου Τοπωνυμιών θα είναι να διορθωθούν ορισμένες αστοχίες του παρελθόντος. Έτσι το 1960 η Καλαμάτα ξεφορτώνεται επιτέλους το Καλαμαί που της είχε επιβληθεί το 1833, ενώ την ίδια χρονιά τα Νέα Ψαρά, όπως λέγονταν από το 1849, επιστρέφουν στην ονομασία Ερέτρια. Θα γίνουν και μετονομασίες για πολιτικούς λόγους: Το 1963 η Ζοφριά της Αττικής μετονομάζεται σε Βασίλισσα Φρειδερίκη, αλλά το 1967 όταν συγκροτείται ως κοινότητα, απαρνιέται το βασιλικό όνομα και γίνεται Ζεφύριον. Επίσης, στα αρχεία του υπουργείου Εσωτερικών υπάρχει η πληροφορία ότι το 1975 ένας συνοικισμός στο Ωραιόκαστρο της Θεσσαλονίκης μετονομάστηκε από 21η Απριλίου (ένα όνομα που προφανώς του είχε δοθεί μέσα στην Επταετία) σε Καλλιθέα. Γενικά, στα χρόνια της δικτατορίας έγιναν λίγες μεταβολές τοπωνυμίων. Μία από αυτές, πλήρως ακυρωμένη στην πράξη, αφορούσε τη Βάρκιζα της Αττικής η οποία το 1968 είχε μετονομαστεί Αλίανθος.
Στις αλλαγές των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης ξεχωρίζουν αυτή της Χώρας της Κέας, που γίνεται το 1976 Ιουλίδα και η επαναφορά, το ίδιο έτος, της αρχικής ονομασίας της Στεμνίτσας Αρκαδίας. Το 1985 η δεύτερη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ αποκαθιστά και την ονομασία του Κιλελέρ. Τα επόμενα χρόνια, το ενδιαφέρον θα εστιαστεί στην εύρεση λύσεων τοπικού χαρακτήρα και με τη σωστή καταγραφή των υπαρχόντων τοπωνυμίων – Υστέρνια αντί για Ιστέρνια, Καρυές αντί για Καρυαί, Διμήνι αντί για Διμήνιο κ.λπ. Το Συμβούλιο Τοπωνυμιών παραμένει ενεργό μέχρι σήμερα, έχοντας κυρίως επικυρωτικές και διαχειριστικές αρμοδιότητες.
Το αποτέλεσμα της μακράς αυτής διαδικασίας που ξεκίνησε το 1833 και ολοκληρώθηκε στα τέλη του 20ού αιώνα ήταν η Ελλάδα να αποκτήσει την πολυπόθητη τοπωνυμική ομοιομορφία και βέβαια να γεμίσει με Κρυονέρια, Πλατάνους, Δάφνες, Μηλιές, Αχλαδιές, Νεοχώρια, Κυψέλες και Καλλιθέες. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν ακόμη πολλά «αλλόγλωσσα και κακόηχα» τοπωνύμια διάσπαρτα στην επικράτεια, ενώ δεν είναι λίγα και εκείνα που αποδεικνύονται πολύ σκληρά για να πεθάνουν και επιστρέφουν συχνά στον δημόσιο λόγο, υπενθυμίζοντάς μας τον πλούτο της ελληνικής ιστορίας και την ποικιλία της παράδοσης, που τόσο σκληρά πασχίσαμε να απαρνηθούμε.
egobrain έγραψε:Γιατί άλλαξαν όνομα τα χωριά και οι πόλεις της Ελλάδας;
https://insidestory.gr/article/giati-al ... is-elladas
Τα «βάρβαρα και κακόηχα» τοπωνύμια που σβήστηκαν από τον χάρτη: Μέρος Β'
https://insidestory.gr/article/ta-barba ... ti-meros-b
είναι κλειστά αλλά με εγγραφή μπορείς να διαβάσεις μερικά άρθρα το μήνα
από το β' μέρος:Και τρίτος κατά σειρά έρχεται ο νομός Σερρών με 200: Κερκίνη (Μπούτκοβο), Στρυμονικό (Όρλιακ), Σκοπιά (Στρίτζοβα), Χείμαρρος (Κόπριβα) κ.ά.
Σιγά σιγά βέβαια αυτό φθίνει και πιστεύω πως σε μερικές δεκαετίες τα παλιά ονόματα θα τα θυμούνται μόνο μερικά βιβλία...

markvag έγραψε:Πολύ ωραίο άρθρο, αν μπορείς να μας βάλεις και το πρώτο μέρος...
Εγώ θα σταθώ στο νομό Σερρών, που λόγω καταγωγής γνωρίζω και μερικά ονόματα χωριών... όχι μόνο τα καινούρια, αλλά και τα παλιά. Πολλά χωριά ακόμα αποκαλούνται μεταξύ των ντόπιων με το παλιό "βάρβαρο" όνομά τους και θυμάμαι μικρός να λέω το επίσημο όνομα του χωριού σε πιο μεγάλους και να με κοιτάνε λες και τους μίλησα στα κινέζικα...![]()
Σιγά σιγά βέβαια αυτό φθίνει και πιστεύω πως σε μερικές δεκαετίες τα παλιά ονόματα θα τα θυμούνται μόνο μερικά βιβλία...
Τα ονόματα των τόπων πάντα αλλάζουν, όπως και όλα τα πράγματα, με την πάροδο ικανού χρόνου. Απλά, οι συγκεκριμένες αλλαγές στα ονόματα είναι χαρακτηριστικές της μεγάλης προσπάθειας εξελληνισμού των περιοχών, με βάση μία ΠΟΛΥ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗ ιδέα του τι πάει να πει Έλληνας (κατά βάση το αρχαιο-ελληνικό ιδεώδες, όπως το δημιούργησε ο ρομαντισμός και ο εθνικισμός του 19ου αιώνα). Είναι χαρακτηριστική η παράθεση από άνθρωπο εκείνης της εποχής που χαρακτηρίζει τα ονόματα αυτά ως βάρβαρα... Και αυτή η τόσο βεβιασμένη και άνωθεν επιβαλόμενη αλλαγή είναι χαρακτηριστική μίας ιδεολογίας και μίας εμμονής και ενός χαρακτηρισμού πολλών ομάδων ανθρώπων ως κατώτερους (χαρακτηριστικό του 19ου και του μισού περίπου του 20ου αιώνα).
Στην αυγή του 20ου αιώνα, στο γραμματοκιβώτιο του υπουργείου εσωτερικών της Ελλάδας έφτασε ένας φάκελος σταλμένος από τους κατοίκους ενός μικρού χωριού της Μεσσηνίας. Ήταν ένα αίτημα: Οι κάτοικοι ζητούσαν από τις αρχές να μεριμνήσουν ώστε το χωριό τους να αλλάξει ονομασία, καθώς η υπάρχουσα τούς καθιστούσε στόχους σκωπτικών σχολίων από τους κοντοχωριανούς τους. Είχαν μάλιστα παραθέσει και μερικές προτάσεις για το πώς θα μπορούσε να λέγεται στο εξής. Το αίτημα προωθήθηκε στο αρμόδιο γραφείο και έπειτα, αφού εγκρίθηκε και έλαβε τις απαραίτητες σφραγίδες, στάλθηκε στην Αρχαιολογική Υπηρεσία, η οποία ήταν τότε υπεύθυνη να βρει καλύτερη ονομασία. Ακολούθησε μια περίοδος έρευνας και λίγη ακόμη γραφειοκρατία και τελικά, στα μέσα του 1907, οι κάτοικοι του χωριού έλαβαν τα χαρμόσυνα νέα. Το χωριό τους είχε, σύμφωνα με την επιθυμία τους, μετονομαστεί. Δε λεγόταν πια Βλάκα. Είχε αναβαθμιστεί σε Χρυσοχώριον Μεσσηνίας.
Ήταν μία από τις πέντε περίπου χιλιάδες μετονομασίες οικισμών που έγιναν στη χώρα μας από τη σύσταση του σύγχρονου ελληνικού κράτους μέχρι σήμερα. Και δεν ήταν η πιο χαρακτηριστική, αφού στην πλειοψηφία των περιπτώσεων το αίτημα για την αλλαγή δεν ξεκινούσε από την τοπική κοινωνία, αλλά ερχόταν αντίστροφα, από την κεντρική διοίκηση. Ήταν μια διαδικασία με σαφές, κάθε φορά, πολιτικό, ιδεολογικό ή και αισθητικό πρόσημο, που αποτύπωνε τη βαθιά αγωνία της ελληνικής πολιτείας να δημιουργήσει έναν τοπωνυμικό χάρτη συμβατό με την αυτοεικόνα της, ο οποίος θα μπορούσε να συμβάλλει στη λεγόμενη εθνική ολοκλήρωση.
Ο ρομαντισμός δεν ταιριάζει με το Ζητούνι
Όταν το 1830 η Ελλάδα αναγνωρίστηκε ως κυρίαρχο και ανεξάρτητο κράτος, δεν υπήρχαν καν κατάλογοι των οικισμών ή λεπτομερείς χάρτες της επικράτειας – η οποία τελικά ορίστηκε να φτάνει μέχρι τη γραμμή Παγασητικού και Αμβρακικού κόλπου. Δεν υπήρχαν φυσικά ούτε και δρόμοι που να διασχίζουν την εν πολλοίς ερημωμένη ύπαιθρο, ενώ αρκετά τοπωνύμια ήταν άγνωστα ακόμη και στους προεστούς της κάθε περιοχής. Οι πρώτες προσπάθειες καταγραφής και διοικητικής οργάνωσής τους ξεκίνησαν επί Καποδίστρια, όμως σκόνταφταν στο πνεύμα του τοπικισμού που μοιραία επικρατούσε στην πρόσφατα απελευθερωμένη χώρα. Ακόμη κι έτσι, οι φιλέλληνες λόγιοι και οι σπουδαγμένοι Έλληνες της διασποράς, διαπίστωναν συνεχώς με έκπληξη πως η γενική εικόνα απείχε πολύ από εκείνην που είχαν στο μυαλό τους. Υπήρχαν ένα σωρό πόλεις και χωριά με παράξενες ονομασίες, οι οποίες κάθε άλλο παρά συμβάδιζαν με τη ρομαντική αντίληψη των πραγμάτων και την αρχαιολατρία που επικρατούσε στους κύκλους τους – και πάνω της βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό η ιδέα της ελεύθερης Ελλάδας. Τους ακούγονταν κακόηχες και οι περισσότερες ήταν εμφανώς ξενικής προέλευσης. Αποφασίστηκε λοιπόν ότι έπρεπε να αλλαχτούν.
Η διαδικασία ξεκίνησε την περίοδο της Αντιβασιλείας (1833-1835), όταν και έγινε η διοικητική διαίρεση του νεοσύστατου κράτους. Αποδείχτηκε όμως πολύ πιο δύσκολη από όσο αρχικά φαινόταν, κι έτσι περιορίστηκε στις έδρες των δήμων και στα σημαντικά χωριά, με το κύριο βάρος να πέφτει στα μέρη που βρίσκονταν σχετικά κοντά στο Ναύπλιο, την πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδας. Οι υπόλοιποι οικισμοί, χαμένοι μέσα σε δύσβατες περιοχές που στερούνταν οδικού δικτύου, δεν αποτελούσαν για την ώρα σημαντικό πρόβλημα, καθώς δεν υπήρχε περίπτωση να μπουν σε κάποιον χάρτη.
Οι αλλαγές αυτής της περιόδου γίνονταν κάπως συναισθηματικά, δίχως συστηματική μελέτη ή συγκεκριμένο σχέδιο. Σημαντικό ρόλο έπαιξε ο Λουδοβίκος Ρος
Λουδοβίκος Ρος
(1806-1859), γενικός έφορος αρχαιοτήτων και αργότερα πρώτος καθηγητής αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών, ο οποίος εκτός των άλλων έκανε τις πρώτες ανασκαφές στην Ακρόπολη. Ο Ρος ασχολήθηκε κυρίως με τα τοπωνύμια της Πελοποννήσου, πασχίζοντας να βρει ονομασίες που να συνδέουν τα διάφορα μέρη με την κλασική αρχαιότητα. Η διαδικασία βαφτίστηκε «Ανασύστασις των παλαιών ονομάτων της Ελλάδος», μα ουσιαστικά ήταν μια προσπάθεια αισθητικής αναβάθμισης των τοπωνυμίων.
Μόνο καμιά τριανταριά από αυτές τις εκατό περίπου πόλεις και χωριά διατήρησαν τελικά τη νέα τους ονομασία. Ανάμεσά τους το Ζητούνι, που άφησε πίσω του το σλαβικής προέλευσης όνομά του –το οποίο σήμαινε Σιταρότοπος– και στο εξής θα λεγόταν Λαμία και η Τριπολιτσά, που έχασε την επίσης ξενική κατάληξή της και έγινε Τρίπολη. Την ίδια εποχή, το Βραχώρι μετονομάστηκε σε Αγρίνιο, το Ανατολικό σε Αιτωλικό, η Βοστίτσα σε Αίγιο, τα Σάλωνα σε Άμφισσα, το Μαραθωνήσι σε Γύθειο, η Τσίμοβα σε Αρεόπολη, το Βάτουλο σε Οίτυλο, η Πιάδα σε Νέα Επίδαυρο, το Δραγαμέστο σε Αστακό, η Επάνω Μεριά της Σαντορίνης σε Οία, ο Αμμόλοχος της Άνδρου σε Γαύριο...
Οι περισσότερες νέες ονομασίες αυτής της περιόδου περιήλθαν αργά ή γρήγορα σε αχρηστία ή ακυρώθηκαν. Για παράδειγμα, το Καρπενήσι δε δέχτηκε ποτέ να γίνει Καλλιδρόμη, τα Καλάβρυτα ξεφορτώθηκαν γρήγορα το όνομα Κίναιθα και το ίδιο συνέβη με την Καρύταινα (Γόρτυνα), τη Δημητσάνα (Θεισόα), τον Αχλαδόκαμπο (Υσιαί), το Κρανίδι (Μάσσητος) και τον Κάλαμο της Αττικής (Περαία). Στις δε Σπέτσες, όταν οι κάτοικοι πληροφορήθηκαν πως το νησί τους ονομαζόταν πια Τιπάρηνος, αντέδρασαν τόσο έντονα που η απόφαση πάρθηκε πίσω σε λιγότερο από έναν χρόνο. Η Καλαμάτα, αντίθετα, κράτησε για περισσότερο από έναν αιώνα ως επίσημο ένδυμα την ονομασία Καλαμαί, όμως αυτή είχε εξαρχής ακυρωθεί στην πράξη και απέμεινε να χαρακτηρίζει μονάχα τη δημοφιλέστερη ελληνική ποικιλία ελιών.
Παράλληλα, στα επίσημα έγγραφα αρχίζουν να αποσιωπώνται οι κοινές ονομασίες διάφορων περιοχών και στη θέση τους να εμφανίζονται άλλες, τις οποίες συχνά οι κάτοικοι άκουγαν για πρώτη φορά: Το Κάρλελι μετατρέπεται σε Αιτωλοακαρνανία, τα Κράβαρα σε Ναυπακτία, το Κάτω Ναχαγιέ σε Ερμιονίδα, ο Έγριπος ή Νεγρεπόντε σε Εύβοια κ.ά. Επιστρέφουν επίσης τα αρχαία ονόματα των ποταμών και των βουνών: Η Αλαμάνα γίνεται Σπερχειός, ο Ασπροπόταμος Αχελώος, ο Βασιλοπόταμος Ευρώτας, η Λιάκουρα Παρνασσός, το Βελούχι Τυμφρηστός, η Οζιά Πάρνηθα...
Τον Σεπτέμβριο του 1843, έπειτα από το κίνημα που οδήγησε στην εγκαθίδρυση της συνταγματικής μοναρχίας, πολλοί Βαυαροί αξιωματούχοι αποχωρούν και στις θέσεις τους τοποθετούνται Έλληνες. Η μπάλα παίρνει και τον Λουδοβίκο Ρος, ο οποίος απομακρύνεται από το Πανεπιστήμιο και επιστρέφει στη Γερμανία. Ελάχιστα αργότερα, με βασιλικό διάταγμα που υπογράφεται και από τον υπουργό Εκκλησιαστικών και Παιδείας Μιχαήλ Σχινά, ορίζεται μια επιτροπή με στόχο «την ανεύρεση και την εξακρίβωση τοπωνυμίων της αρχαίας γεωγραφίας» που θα δίνονταν στο εξής στις διάφορες πόλεις και τα χωριά, καθώς και «την έγκριση των ονομάτων των ενδόξων ανδρών της παλαιάς και νεωτέρας ιστορίας του ελληνικού έθνους» που θα δίνονταν στους δρόμους και τις πλατείες. Μέλη της μεταξύ άλλων ήταν ο πολιτικός και λόγιος Γεώργιος Αινιάν (1788-1848) και ο φιλόλογος Αλέξανδρος Ραγκαβής (1809-1892). Όπως φαίνεται, όμως, η επιτροπή εστίασε τελικά στο δεύτερο σκέλος των αρμοδιοτήτων της κι έτσι τα επόμενα χρόνια καταγράφεται μία μονάχα μετονομασία οικισμού και μάλιστα ασυνήθιστη, αφού ξεφεύγει από τον κανόνα της απόδοσης αρχαιοελληνικού ονόματος: Το 1849 η Ερέτρια μετονομάζεται σε Νέα Ψαρά, προς τιμήν των προσφύγων από το μαρτυρικό νησί που είχαν ιδρύσει τον σύγχρονο οικισμό – για να επιστρέψει στην παλιά της ονομασία έναν αιώνα αργότερα.
1863-1909: Οι μηχανές ζεσταίνονται ξανά
Καθώς ο 19ος αιώνας προχωρά, το ιδεολογικό όχημα που θα οδηγήσει τον ελληνισμό στις μετέπειτα επιτυχίες και καταστροφές αποκτά σταδιακά την τελική του μορφή. Ο όρος Μεγάλη Ιδέα διατυπώνεται για πρώτη φορά, ενώ η απευθείας σύνδεση της σύγχρονης Ελλάδας με την κλασική αρχαιότητα παγιώνεται ως εθνικό αφήγημα. Τα δυσάρεστα ενδιάμεσα στάδια οφείλουν να αποσιωπηθούν και στο χαρμάνι έχει πια θέση μονάχα το Βυζάντιο και αυτό αποκαθαρμένο από τις διάφορες ενοχλητικές του όψεις. Είναι εκτός των άλλων η ελληνική απάντηση στον εθνικισμό των υπόλοιπων λαών των Βαλκανίων, που διεκδικούν και κερδίζουν την ανεξαρτησία τους από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, μα και στη θεωρία του Γιάκομπ Φαλμεράιερ, σύμφωνα με την οποία οι σύγχρονοι κάτοικοι της Ελλάδας ήταν στην πλειοψηφία τους απόγονοι των Σλάβων και των Αλβανών που είχαν εξαπλωθεί στα νότια της βαλκανικής χερσονήσου κατά τον ύστερο Μεσαίωνα. Σ’ αυτήν την πυριτιδαποθήκη που χτιζόταν σταδιακά στη νοτιοανατολική άκρη της Ευρώπης, τα τοπωνύμια θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως τεκμήρια για την υπεράσπιση της μίας ή της άλλης «μοναδικής αλήθειας». Έτσι, στην Ελλάδα ξεκινά πάλι μια μεγάλη συζήτηση για την ανάγκη να αλλάξουν όσες ονομασίες είχαν ξενική –κυρίως τουρκική, σλαβική ή αλβανική– προέλευση ή υποδήλωναν την κατοίκηση άλλων λαών στην περιοχή.
Δεν ήταν οι πάντες υπέρ αυτής της πρακτικής και κατά καιρούς υψώνονταν μερικές φωνές που τόνιζαν την αξία της φυσικής εξέλιξης των τοπωνυμίων. Ένας από τους διαφωνούντες ήταν ο ιστορικός και γεωγράφος Αντώνιος Μηλιαράκης, ο οποίος το 1892 έγραφε σχετικά: «Αν τα ονόματα ταύτα είναι ίχνη διαβάσεως ξένων φυλών, τις έχει δικαίωμα να διαγράφει τα ίχνη ταύτα εκ της ιστορίας; Αν τα θεωρεί βάρβαρα ας υψώσει αυτός παρ’ αυτά τα ένδοξα μνημεία του νεότερου πολιτισμού του». Και παρακάτω: «Πάσα αντικατάστασις σημερινών ονομάτων δι’ αρχαίων και πάσα μεταβολή έτι της ρίζης ή των καταλήξεων αυτών, επιχειρούμενη υπό των γεωγραφούντων ή υπό των διοικητικών αρχών άνευ μελέτης, ισοδυναμεί προς καταστροφήν ζωντανών μνημείων της ελληνικής ιστορίας και γλώσσης».
Συνολικά, από το 1863 όταν ανέβηκε στον θρόνο ο Γεώργιος ο Α’, μέχρι το 1909 που θα αρχίζει η πιο συστηματική και πληθωρική φάση του φαινομένου, έγιναν ογδόντα περίπου μετονομασίες. Η διαδικασία αυτήν την περίοδο ξεκινούσε συνήθως από τα δημοτικά συμβούλια, που ζητούσαν από τις αρμόδιες αρχές (το υπουργείο Εσωτερικών και την Αρχαιολογική Υπηρεσία) να βρουν ονομασίες προερχόμενες από την κλασική αρχαιότητα, κάνοντας και τα ίδια προτάσεις με ονόματα που έβρισκαν οι τοπικοί λόγιοι στα αρχαία κείμενα ή στις αναφορές ξένων περιηγητών.
Παραδόξως η Θεσσαλία, η οποία ενσωματώθηκε στο ελληνικό κράτος το 1881, είχε μικρό μερίδιο στις μετονομασίες αυτής της περιόδου. Στην περιοχή της Λάρισας, παρότι η πλειονότητα των ονομάτων ήταν τουρκικής προέλευσης, πραγματοποιούνται εννιά μονάχα αλλαγές: Το Αουντουκλάρ γίνεται Λουτρός, το Οτμανλή Μακρυχώριον, το Γιατσιλάρ Δοξαράς, το Κετσελή Ψυχικό κ.ά. Στον νομό Τρικάλων δε θα γίνει καμία, στον νομό Καρδίτσας μία η οποία θα κρατήσει για λίγο καιρό –το Ουζούμ Καραλάρ γίνεται προσωρινά Μακρή– ενώ στον νομό Μαγνησίας η μοναδική αφορά την Νέα Μιτζέλα του Αλμυρού, η οποία ανήκε εξαρχής στο ελληνικό κράτος και το 1839 είχε μετονομαστεί σε Αμαλιάπολις προς τιμήν της βασίλισσας Αμαλίας. Το 1864, όταν ο Όθωνας έχει πια φύγει, το χωριό επιστρέφει στην προηγούμενη ονομασία του, αλλά το 1899 μετονομάζεται για δεύτερη φορά σε Αμαλιάπολις.
Το κύριο βάρος πέφτει και πάλι στην Πελοπόννησο, όπου μεταξύ άλλων το Τουρκοχώρι Αχαΐας μετονομάζεται σε Ερυμανθία (1862), το Μουσταφάπασα Μεσσηνίας σε Αριστομένης (1871) και το Νησί σε Μεσσήνη (1867), ενώ στην Ηλεία τα χωριά Δερβή Τσελεπή και Καλλίτσα (ονομασίες τουρκικής και σλαβικής προέλευσης, αντίστοιχα) ενώνονται το 1885 και σχηματίζουν την Αμαλιάδα. Στη Στερεά Ελλάδα πάλι, και πιο συγκεκριμένα στη Φθιώτιδα, το Δραχμάνι μετονομάζεται σε Ελάτεια (1865) το Ιλεντσελού σε Πουρνάρι (1883), το Αγά σε Σπερχειάς (1904) και το Σουλέ σε Ευπάλιον (1907). Μια αξιοσημείωτη περίπτωση είναι εκείνη του Καρβασαρά. Στη διάρκεια των πρώτων μετονομασιών, το 1836, η παραθαλάσσια κωμόπολη της Αιτωλοακαρνανίας είχε αποβάλει το όνομα Αμφιλοχικόν Άργος, που της είχε επιβληθεί από την κεντρική διοίκηση. Όμως το 1908 οι συνθήκες είχαν πια ωριμάσει κι έτσι ο Καρβασαράς γίνεται οριστικά Αμφιλοχία. Στο κάδρο μπαίνει και η Αττική, όπου τα Καλύβια Χασιάς μετονομάζονται σε Ασπρόπυργο (1899) και το Χαρβάτι σε Παλλήνη (1905).
Πάντως η ξενική προέλευση των ονομάτων δεν αποτελούσε τη μοναδική αιτία αλλαγής. Κάποιες φορές η διαδικασία ξεκινούσε από τον υπερβάλλοντα ζήλο των τοπικών αρχόντων, απλά για λόγους εξωραϊσμού. Μια τέτοια περίπτωση είναι το χωριό Ξυλογαϊδάρα της Φωκίδας: Το 1880, το όνομα του παραφράζεται αρχαιοπρεπώς σε Ξυλογάδειρα και κάπου είκοσι χρόνια αργότερα γίνεται οριστικά Καλλιθέα. Το συμπαθές τετράποδο «διώχνεται» και από το Γαϊδουροχώρι Μεσσηνίας, το οποίο το 1905 μετονομάζεται σε Μοσχούριον και λίγα χρόνια αργότερα σε Μοσχοχώριον.
Καθώς από το 1904 και μετά το Μακεδονικό ζήτημα φουντώνει και οι ένοπλες συγκρούσεις των ανταρτικών σωμάτων στην τουρκοκρατούμενη ακόμη περιοχή κλιμακώνονται, το ζήτημα των μετονομασιών περνά σιγά σιγά σε μια καινούρια, πολύ πιο έντονη φάση. Οι φωνές των διαφωνούντων σβήνουν, καθώς κινδυνεύουν να θεωρηθούν προδοτικές και η εθνική αξία της πρακτικής καθίσταται αδιαμφισβήτητη. Το 1909, λοιπόν, αποφασίζεται να συσταθεί μια καινούρια επιτροπή με σκοπό «την μελέτην των τοπωνυμίων της Ελλάδος και εξακρίβωσιν του ιστορικού λόγου αυτών». Παρότι οι διοικητικές μεταρρυθμίσεις και, κυρίως, τα γιγαντιαία ιστορικά γεγονότα θα καθυστερήσουν το έργο της, η επιτροπή αυτή θα αποτελέσει το πρώτο βήμα για τον καταιγισμό των μετονομασιών που θα ακολουθήσει τις επόμενες δεκαετίες και θα αλλάξει οριστικά τον τοπωνυμικό χάρτη της χώρας.

Δεν καταργώ το έργο της αδράνειας. Καταργώ την ανε[…]