Για θέματα γενικού ενδιαφέροντος, εκτός μηχανοκίνητων...
Άβαταρ μέλους
By JimClark
#728831 Ο Ben είχε φωνή έτσι στακάτη, με γρήγορη ομιλία, ο John ειχε έτσι το κάπως πιο λυρικό, ήταν τρελό δίδυμο. Και μετά λόγω μη δυνατότητας eurosport άλλαξε σε Κόλλια Πουρναράκη

:lipsealed:

Ακόμα θυμάμαι τις χαλαρές μεταδόσεις τους που όταν έπαιρνε ο Κολλιας χαμπάρι μια π.χ. εγκατάλειψη έλεγε εκείνο το

-Και;;; (με ανηφορική χροιά φωνής)
μικρή παύση

και μετά ξεχυνόταν το Πουρν στην περιγραφή σαν πολυβόλο.
Άβαταρ μέλους
By Anonymous Founder
#728843 Εγώ τότε είχα κολλήσει με την F1 πραγματικά και καπάκι και με την τότε F3000 που είχε γαμάτο πρωτάθλημα. Και τα δύο τα έδειχνε το Eurosport.
Άβαταρ μέλους
By George_Prix
#728845 Εγω οι πιο δυνατες αναμνησεις που εχω ηταν του μακαριτη του Σταθακη που ελεγε τις ιδιες και τις ιδιες ατακες σε καθε αγωνα...
- Ναιτζελ Μανσελ. Ο ανθρωπος που αναγκαστηκε να πουλησει το σπιτι του για να συνεχισει να τρεχει στους αγωνες.
- Αλεν Προστ. Ο κυριος καθηγητης, που πινει μονο μεταλλικο νερο και κανει πολυ γυμναστικη.
Θεουλης :yahoo:

Απο το ΡΑΙ εμαθα τα μονα μου ιταλικα:
Λα μακινε
Τζιρο πιου βελοτσε
Καμπιονατο ντελ μοντο
Και μερικα ακομα ψιλα :s_tongue

Απο μικρος ομως οταν αρχισαμε και πιαναμε τα δορυφορικα κι οταν ειχε το γιουροσπορτ τα δικαιωματα, ξετρελαθηκα με τους Αγγλους σπικερς. Αλλη κλαση στη μεταδοση. Και μαθαινες και μπαλιτσα. Κι αυτο το συμπερασμα απο εμενα, ενα παιδακι που τα πρωτα χρονια δεν επιανε ουτε καν τα μισα απο οσα λεγανε! Ευη ή Εφη τη λεγανε αυτην που καθοτανε 2 θρανια μπροστα μου στο φροντιστηριο των Αγγλικων :inlove:
Άβαταρ μέλους
By Same_old_story
#728848
George_Prix έγραψε:
Same_old_story έγραψε:
George_Prix έγραψε:
JimClark έγραψε:rtl θυμάμαι είχα δει εκείνη τη σεζόν πολλούς αγώνες, νομιζω και ο ΑΝΤ1 με Σταθάκη έδειχνε . Εχω χάσει ήδη πριν τη μετακόμιση στη Θεσ/νικη το 2006 το τετραδιάκι με τις σημειώσεις ομάδων, πιστών. Τι εποχές...


Δε θυμαμαι καθολου με τι σειρα επαιξε η καθε λυση, αλλα απο τα 80s και μετα που παρακολουθω, ANT1, RAI, RTL, EUROSPORT σε διαφορετικες περιοδους το καθενα, εδειξαν ΟΛΟΥΣ τους αγωνες. Κι ηταν ολα δωρεαν για ολον τον κοσμακη φυσικα...


Δεν έπαψε να είναι ΚΑΙ δωρεάν, από το 1997 τουλ. που έδειχναν κατά σειρά: ΕΡΤ, Άλφα, ΑΝΤ1 (μια χρονιά), λίγο ΝΕΡΙΤ (λόγω κλεισίματος ΕΡΤ) και τώρα ΕΡΤ.

Χάσαμε δύο σίγουρα GP - Το 2002 Γαλλία γιατί έτρεχαν τους συλληφθέντες της 17Ν με τα τζιπ στην Ευελπίδων :slap: (Άλφα) και πάλι ο ίδιος σταθμός το 2007 όταν είχαμε συνεχή κάλυψη των φονικών πυρκαγιών το καλοκαίρι του '07 στο GP στην Τουρκία.


Δωρεαν απο το 80τοσο που θυμαμαι και μετα, εννοω χωρις να χρειαζεσαι κανεναν δορυφορικο εξοπλισμο, σπαστηρια κτλ. Το ξεκαθαριζω γιατι ανεφερα τα ξενα RAI, RTL, EUROSPORT, μη νομιζει κανενας οτι μιλαω για εξεζητημενες λυσεις.


Ε ναι αυτό λέω - με τηλεόραση απλή τετράγωνη 24" μόλις Sony έβλεπα χωρίς αποκωδικοποιητές ή άλλο εξοπλισμό, άρχισα να βλέπω από το καλοκαίρι του 1997. Στον δε τελευταίο αγώνα της χρονιάς (Jerez) που κρίνονταν ο τίτλος (όταν χτύπησε ο Σουμάχερ στο ψυγείο τον Βιλνέβ..) είχε συγκεντρώσει ο Κόλλιας στο στούντιο Φερραρικούς και αντί-φερραρικούς και είχαμε πολύ cult μετάδοση :lol: :s_crazy
Άβαταρ μέλους
By Giuseppe Busso
#730257 Εικόνα

Σήμερα συμπληρώνονται 54 χρόνια από την αιχμαλωσία και την δολοφονία του Τσε Γκεβάρα, στις 8 προς 9 Οκτώβρη 1967, στη Βολιβία.

Εκείνος στον οποίο ανατέθηκε να τον εκτελέσει ήταν ο υπαξιωματικός Μάριο Τεράν.

Ο Μάριο Τεράν, ο δολοφόνος του Τσε, το 2006 υποβλήθηκε σε εγχείρηση από Κουβανούς γιατρούς που συμμετέχουν στο πρόγραμμα της «Επιχείρησης Θαύμα» και προσφέρουν – δωρεάν – τις υπηρεσίες τους σε ασθενείς σε όλη τη Λατινική Αμερική. Ο Τεράν έπασχε από καταρράκτη. Οι επεμβάσεις καταρράκτη δεν είναι και τόσο απλό πράγμα για τους φτωχούς ανθρώπους στη Λατινική Αμερική.

Ο γιος του Τεράν, το 2007, στην συμπλήρωση 40 χρόνων από την δολοφονία του Τσε, έστειλε σε εφημερίδα της Βολιβίας ευχαριστήριο μήνυμα προς τους Κουβανούς γιατρούς που αποκατέστησαν την όραση του πατέρα του. Του δολοφόνου, δηλαδή, του (και) γιατρού Τσε Γκεβάρα…

«Θυμηθείτε αυτό το όνομα — Μάριο Τεράν — ένας άνδρας που εκπαιδεύτηκε για να σκοτώσει μπορεί και πάλι να βλέπει χάρη στους γιατρούς που ακολουθούν τις ιδέες του θύματός του»,

ήταν το ρεπορτάζ με το οποίο κατέγραψε την είδηση η εφημερίδα «Γκράνμα» της Κούβας.

Λίγο πριν τη δολοφονία του, ο Τσε είχε στείλει στα παιδιά του ένα γράμμα:

«Αγαπημένα μου Ιλδίτα, Αλεϊδίτα, Καμίλο, Σέλια και Ερνέστο,

Αν μια μέρα χρειαστεί να διαβάσετε τούτο το γράμμα, θα πει πως πια δεν είμαι ανάμεσά σας. Σχεδόν δε θα με θυμάστε πια και τα πιο μικρά θα μ’ έχουν ξεχάσει.

Ο πατέρας σας ήταν ένας άνθρωπος που έπραττε όπως σκεφτόταν, και που σίγουρα ήταν πιστός στις πεποιθήσεις του (….).

Να μελετάτε πολύ, για να μπορέσετε να κυριαρχήσετε στην τεχνική, που θα σας επιτρέψει να κυριαρχήσετε στη φύση (…). Να ‘στε κυρίως ικανά να αισθάνεστε, όσο πιο βαθιά μπορείτε, κάθε αδικία που γίνεται απέναντι σ’ οποιονδήποτε, σ’ οποιαδήποτε χώρα του κόσμου(…). Πάντα, παιδιά μου, θα ελπίζω να σας ξαναδώ.

Ένα μεγάλο και δυνατό φιλί απ’ τον Μπαμπά».

Δεν είδε ποτέ ξανά τα παιδιά του. Στις 8 προς 9 Οκτώβρη του 1967 ο κομαντάντε Τσε Γκεβάρα θα περνούσε στο πάνθεον των «αθανάτων» της Ιστορίας με διαβατήριο την πίστη του στις πεποιθήσεις του. Χτυπήθηκε από δυο σφαίρες στο σβέρκο. Πισώπλατα.

Οι δολοφόνοι του, αν και αιχμάλωτος, δεν είχαν το κουράγιο να τον κοιτούν στα μάτια ούτε καν τη στιγμή που τον εκτελούσαν.

Οι δολοφόνοι του μοίρασαν ανά την υφήλιο τη φωτογραφία του νεκρού Τσε πιστεύοντας ότι έτσι θα σφράγιζαν και θα έκλειναν τους λογαριασμούς τους μαζί του.

Έκαναν λάθος. Μια άλλη φωτογραφία ήταν εκείνη που έμελλε να μείνει στην Ιστορία.

«Υπήρξε από τους πιο οικείους, από τους πιο θαυμαστούς, από τους πιο αγαπητούς, και, δίχως αμφιβολία, ο πιο εξαίρετος από τους επαναστάτες συντρόφους μας (…).

Ξεχείλιζε από ένα βαθύ πνεύμα μίσους και περιφρόνησης προς τον ιμπεριαλισμό (…).

Ικανός αρχηγός, αυθεντία, δεξιοτέχνης του επαναστατικού πολέμου. Κι όμως, με τον ηρωικό και δοξασμένο θάνατό του, κάποιοι επιχειρούν να αρνηθούν την ισχύ ή την αξία των αντιλήψεων και των αντάρτικων ιδεών του. Μπορεί να πεθάνει ο δεξιοτέχνης, κύρια όταν η τέχνη του είναι τόσο επικίνδυνη όσο η επαναστατική πάλη, αλλά εκείνο που με κανέναν τρόπο δε θα πεθάνει είναι η τέχνη στην οποία αφιέρωσε τη ζωή του και την ευφυΐα του (…).

Επέδρασε σημαντικά στη στάση του η αντίληψη ότι οι άνθρωποι έχουν μια σχετική αξία στην ιστορία, η ιδέα ότι δεν ηττάται η υπόθεση όταν πεθαίνουν οι άνθρωποι, και ότι η ακατάσχετη πορεία της ιστορίας δε σταματά, ούτε θα σταματήσει με το χαμό των αρχηγών(…).

Άνθρωποι σαν κι αυτόν είναι ικανοί, με το παράδειγμά τους, να συμβάλουν στην εμφάνιση άλλων που να τους μοιάζουν (…)».

Με αυτά τα λόγια αποχαιρετούσε ο Φιντέλ Κάστρο, στον επικήδειο που εκφώνησε στην Πλατεία της Επανάστασης, στην Αβάνα, στις 18 Οκτώβρη 1967, τον Ερνέστο Γκεβάρα. Τον Τσε.

Συχνά επανέρχεται το ερώτημα: Τι ήταν εκείνο που οδήγησε έναν από τους ηγέτες μιας από τις σημαντικότερες επαναστάσεις του 20ού αιώνα να προσφέρει τόσο αφειδώλευτα – και κατά άλλους τόσο «απερίσκεπτα» και τόσο «τυχοδιωκτικά» – την ίδια του τη ζωή στο πεδίο των μαχών για την κοινωνική απελευθέρωση;

Στη στάση του Τσε απέναντι στη ζωή επέδρασε σημαντικά αυτό που περιέγραψε ο Φιντέλ Κάστρο στον επικήδειο. Η αντίληψη, δηλαδή «ότι οι άνθρωποι έχουν μια σχετική αξία στην Ιστορία, η ιδέα ότιδεν ηττάται η υπόθεση όταν πεθαίνουν οι άνθρωποι,και ότι η ακατάσχετη πορεία της Ιστορίας δε σταματά ούτε θα σταματήσει με το χαμό των αρχηγών (…)».

Αυτός ήταν ο Τσε. Ασταμάτητος. Αλύγιστος. Παθιασμένος. Αμετανόητος. Τέτοιος ήταν ο Τσε και αυτός ήταν ο λόγος που συγκαταλέγεται σε εκείνους τους ελάχιστους που κατάφεραν να μετατρέψουν το θάνατό τους σε ένα τόσο στέρεο σκαλοπάτι για να ανυψωθεί το αίτημα για ζωή, για ανθρώπινη ζωή, ακόμη ψηλότερα.

Την αντίληψη του Τσε για τον άνθρωπο δε θα μπορούσαν ποτέ να την καταλάβουν οι δολοφόνοι του. Πόσο μάλλον να την εξοντώσουν.

Το έγκλημα, αντί να σβήσει τα ίχνη αυτού του ασθματικού γιατρού από την Αργεντινή, μετατράπηκε σε βαθιά, σε ζωογόνα και ελπιδοφόρα ανάσα για τους αδικημένους, για τους λαούς όλου του κόσμου.

Ό,τι δεν κατάφεραν με τον Τσε εκείνοι που τον δολοφόνησαν νόμισαν ότι θα το κατόρθωναν όσοι πίστεψαν ότι μπορούν να τον μετατρέψουν σε μια ακίνδυνη στάμπα πάνω σε μπλουζάκια και «μοδάτα» αξεσουάρ.

Ούτε αυτοί αντιλήφθηκαν ότι η ζωή του Τσε ξεπερνά κατά πολύ την αγοραία λογική τους. Δεν είχαν τα εργαλεία να αντιληφθούν εκείνο που κατάλαβε ο Σαρτρ:«Η ζωή του Τσε»– έλεγε ο Σαρτρ –είναι η ιστορία του πληρέστερου ανθρώπου της εποχής μας».

Αυτή η «πλήρης Ιστορία», που ο Τσε την έγραψε και την διηγήθηκε με τη ζωή και το θάνατό του, είναι ταυτόχρονα και η απάντηση στο ερώτημα «γιατί ο Τσε συνεχίζει να ζει».

Όσοι προσπαθούν να εξαντλήσουν την εξήγηση αυτής της «αθανασίας», εστιάζοντας στην εικόνα του Τσε σαν «γητευτή των φοιτητικών ονείρων», ξεχνούν ότι ο Τσε των εργατών και των αγροτών, ο Τσε των ταπεινών και καταφρονεμένων, ο Τσε της νεολαίας, δε μας άφησε κληρονομιά μόνο το απίστευτο βλέμμα του.

Ένα βλέμμα που κοιτάζει μακριά αλλά στέρεα προς το φαινομενικά αδύνατο.

Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι ο Τσε και οι σύντροφοί του στην Κούβα έγιναν η απόδειξη της νίκης απέναντι στην καταπίεση, στη διαφθορά, στο φασισμό, στον ιμπεριαλισμό.

Δεν ήταν μόνο ότι ο Τσε αρνήθηκε μια «στρωμένη» και άνετη ζωή, πριν την κουβανέζικη επανάσταση, ότι δεν θαμπώθηκε από τις τιμές, τα πόστα, την αναγνώριση, μετά την επικράτηση της επανάστασης.

Στην περίπτωση του Τσε ο τίτλος του «συμβόλου» δεν του χαρίστηκε μετά θάνατον. Ήταν ένας τίτλος που ως καθοδηγητής και ως σύντροφος, ως οδηγός και ως κομαντάντε στην ανειρήνευτη πάλη του ενάντια σε αυτήν την αδικία, τον είχε κατακτήσει ήδη.

Ο Τσε ουδέποτε αισθάνθηκε ότι ήταν «άγιος», έστω κι αν είχε ήδη θεοποιηθεί από πολλούς ανθρώπους. Δεν άφησε ποτέ περιθώρια για «αγιοποίηση». Τελικά, όπως έλεγε ο ίδιος, ήταν απλώς ένας άνθρωπος. Που έκανε ό,τι πίστευε. Και πίστευε ό,τι έκανε.

«Δεν είμαι απελευθερωτής (libertador). Δεν υπάρχουν libertadores. Οι ίδιοι οι άνθρωποι απελευθερώθηκαν μόνοι τους», έλεγε ο Τσε.

Όλα αυτά μαζί συνθέτουν κομμάτια από τον «μύθο» του Τσε. Αλλά και πάλι δεν είναι αρκετά να εξηγήσουν το γιατί ο Τσε Γκεβάρα «ζει».

Γιατί, τελικά, εκείνο που στην πραγματικότητα κρατά «ζωντανό» τον Τσε είναι ότι παραμένουν τραγικά ζωντανά και δραματικά επίκαιρα όλα όσα τον «δημιούργησαν».

Ο πραγματικός λόγος που ο Τσε παραμένει «ζωντανός» είναι ότι παραμένουν ζωντανά όλα όσα τον «γέννησαν».

Ο Τσε «ζει» γιατί, ως πολεμιστής και ως πολιτικός, ήταν ο κομαντάντε μιας υπόθεσης που και ως θεωρία και ως πράξη θα βρει την ολοκλήρωσή της, μόνο όταν καταργηθεί κάθε μορφής εκμετάλλευση.

Ο μαρξισμός και το κομμουνιστικό ιδεώδες είναι πλήρως εξαγνισμένο μέσα μου, έλεγε ο Τσε, προσθέτοντας με απόλυτη σαφήνεια:

«Δεν υπάρχει για μας κανείς άλλος ορισμός του σοσιαλισμού, πλην της κατάργησης της εκμετάλλευσης του ανθρώπου από άνθρωπο».

Ο Τσε θα παραμένει «ζωντανός» για όσο το βλέμμα του θα δείχνει ότι είναι ρεαλιστικό το όραμά του για έναν κόσμο ελεύθερο, δημοκρατικό, χωρίς πείνα, χωρίς φτώχεια, χωρίς καταπίεση.

«Αν τρέμεις από αγανάκτηση για κάθε αδικία, είσαι σύντροφός μου», έλεγε ο Τσε.

Για όσο στον κόσμο η αδικία θα εξακολουθεί το έργο της, όσο οι έννοιες «τιμή» και «αξιοπρέπεια» θα υπάρχουν στο λεξιλόγιο των ανθρώπων, ο Τσε θα είναι «ζωντανός». Γιατί

«ο άνθρωπος – έλεγε ο Τσε– πρέπει να περπατάει με το κεφάλι απέναντι στον ήλιο. Και ο ήλιος πρέπει να κάψει το μέτωπο και καίγοντάς το να το σφραγίσει με τη σφραγίδα της τιμής.Όποιος περπατάει σκυφτός, χάνει αυτήν την τιμή».


Του Νίκου Μπογιόπουλου
https://www.imerodromos.gr/tse-gkevara- ... _s1PMGHfQ0
Άβαταρ μέλους
By Giuseppe Busso
#744237 Πριν από 30 χρόνια ήταν μια χώρα που την έλεγαν «Σοβιετική Ένωση»...

Συμπληρώθηκαν 30 χρόνια από τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. Ήταν 25 προς 26 Δεκέμβρη 1991 όταν η κόκκινη σημαία έπαψε να κυματίζει στο Κρεμλίνο μετά από 74 χρόνια.

Τότε υπήρξαν εκατομμύρια άνθρωποι σε κάθε σημείο της Γης που, ανεξάρτητα από πολιτική και ιδεολογική τοποθέτηση, συναισθάνθηκαν τις αρνητικές συνέπειες αυτής της εξέλιξης. Οσα ακολούθησαν ξεπέρασαν ακόμα και την πιο δυσοίωνη φαντασία.

Υπήρχαν όμως και οι άλλοι. Εκείνοι που, όπως έχω σημειώσει, στη θέση της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών έστησαν την λέσχη της δικής τους… «ΕΣΣΔ»:

Τη λέσχη της «Ένωσης Σαχλαμάρας Σπουδαιοφανών Δοκησίσοφων».

Είναι αυτοί που πρωτοστάτησαν σ’ ένα τρελό πανηγύρι «δημοκρατίας», «ελευθερίας» και «ευημερίας» πάνω στα «ερείπια του σιδηρού παραπετάσματος»… Μιλάμε για τους θαμώνες στο κλαμπ του «επιστημονικού κομπογιαννιτισμού», αυτά τα εκλεκτά δείγματα του υβριδίου της γελοιότητας που προκύπτει από τη σύζευξη του πρωτόγονου αντικομμουνισμού με την ιδεολογική τύφλωση.

Ένας από τους τελάληδες του χυδαίου αναθεωρητισμού της Ιστορίας σε εγχώριο επίπεδο (σε σημείο δικαιολόγησης ακόμα και των δωσίλογων της Κατοχής που τι να κάνουν οι καημένοι έπρεπε να αντιμετωπίσουν το ΕΑΜ και τους κομμουνιστές γι’ αυτό… αναγκάστηκαν να γίνουν δωσίλογοι) είναι ο Μαραντζίδης. Ο εν λόγω πριν λίγα χρόνια μας χάρισε τα φώτα του και στο θέμα της «απελευθέρωσης» που επέφεραν στον κόσμο και ειδικά στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες οι ανατροπές του ’90.

Θαυμάστε:

«Αν κάτι εντυπωσιάζει πραγματικά τα τελευταία χρόνια είναι πως ο μετακομμουνιστικός κόσμος, οι χώρες δηλαδή που εξήλθαν ή εξέρχονται από τον κομμουνιστικό ολοκληρωτισμό, σημαδεύουν όλο και περισσότερο με την παρουσία τους τις διεθνείς εξελίξεις. Περίπου το ένα τρίτο του πλανήτη, που μέχρι πρότινος βρισκόταν στο περιθώριο, τώρα καταλαμβάνει νέα θέση. Η κατάρρευση του κομμουνισμού σε συνδυασμό με την παγκοσμιοποίηση έφερε τους πληθυσμούς των χωρών αυτών στο προσκήνιο της παγκόσμιας σκηνής (…) Τελικά, από μια παράξενη ειρωνεία της ιστορίας, είναι ο καπιταλισμός που απελευθέρωσε εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους από τις αλυσίδες τους (…) Οι μετακομμουνιστικές δημοκρατίες της ανατολικής Ευρώπης κατάφεραν μέσα σε είκοσι χρόνια κάτι εντυπωσιακό και ίσως πρωτοφανές στη σύγχρονη Ιστορία: τη διπλή μετάβαση, δηλαδή, την οικοδόμηση μιας οικονομίας της αγοράς, πλαισιωμένης ταυτόχρονα από δημοκρατικούς πολιτικούς θεσμούς»… (Μαραντζίδης,«Καθημερινή», 26/8/2012)

Αφού, λοιπόν,

παρακάμψουμε το γεγονός της φτώχειας και της λεηλασίας που υπέστησαν αυτές οι χώρες με το πέρασμά τους στον παράδεισο της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης,

κλείσουμε τα μάτια στον περικυκλωμένο από τις φλόγες του πολέμου μεταψυχροπολεμικό κόσμο της «ειρήνης»,

προσπεράσουμε το ντελίριο δημοκρατίας που θριαμβεύει με σημαιοφόρους τους ναζί, τους φασίστες και τους ακροδεξιούς από Ουκρανία μέχρι Ουγγαρία και από Πολωνία μέχρι Βαλτικές χώρες,

ας έρθουμε να δούμε τώρα, στα 30 χρόνια μετά, το είδος της «εντυπωσιακής μετάβασης» για την οποία πανηγυρίζουν οι «σοφοί» πέριξ των καθεστωτικών σαλονιών. Πάμε να δούμε πώς μετριέται η «ελευθερία» και η «δημοκρατία» της ανατροπής που συντελέστηκε το 1991, πρώτα και κύρια στην ίδια την πρώην Σοβιετική Ένωση, στη σημερινή Ρωσία, εκεί όπου ο Πούτιν και οι επιτελείς του έχουν διακηρύξει την «οριστική ρήξη» με το σοβιετικό παρελθόν:

1ο) Μετά την πτώση της ΕΣΣΔ , ο πληθυσμός της Ρωσίας, λόγω της εκτίναξης της θνησιμότητας, μειώθηκε (σύμφωνα με την επίσημη στατιστική υπηρεσία της χώρας – Rosstat) κατά 6 εκατομμύρια, από τα 149 εκατομμύρια το 1993 σε κάτω από 143 εκατομμύρια το 2009. Ενώ παρατηρείτο αύξηση του πληθυσμού από το 2010 και μετά, όπως προκύπτει παλι από την Ρωσική Στατιστική Υπηρεσία, ο πληθυσμός της Ρωσίας μειώθηκε ξανά το 2020 κατά 510.000 και την 1η Ιανουαρίου του 2021 εκτιμήθηκε στα 146.238.000 από 146.748.000 ένα χρόνο πριν. Ο πληθυσμός της χώρας, δηλαδή, είναι σχεδόν 3 εκατομμύρια λιγότερος από εκείνον προ 28 χρόνια… Πριν από μερικά χρόνια υπολογίστηκε ότι η μείωση του πληθυσμού μέχρι το 2025 θα φτάσει τα 18 εκατομμύρια και μέχρι το 2050 θα έχει ξεπεράσει τα 40 εκατομμύρια.

Ήταν ο ίδιος ο Πούτιν που τον Μάρτη του 2012, σε άρθρο του στην «Komsomolskaya Pravda», ενόψει των προεδρικών εκλογών ομολογούσε ότι «σήμερα ζουν στη Ρωσία 143 εκατομμύρια άνθρωποι σύμφωνα με εκτιμήσεις εμπειρογνωμόνων. Αν οι παρούσες συνθήκες παραμείνουν ίδιες, το 2050 ο πληθυσμός θα είναι 107 εκατομμύρια».

Ήδη μια δεκαετία νωρίτερα η 10η Σύνοδος της Γενικής Συνέλευσης της Ακαδημίας Ιατρικών Επιστημών της Ρωσίας, δημοσίευσε τα συμπεράσματά της σε άρθρο υπό τον τίτλο… «Αργός θάνατος». Όπως σημειωνόταν «οι διαστάσεις και η άνευ προηγουμένου αύξηση της θνησιμότητας και η χειροτέρευση της υγείας του πληθυσμού της Ρωσικής Ομοσπονδίας είναι τόσο σημαντικές που εμφανίστηκε η απειλή της εθνικής ασφάλειας της χώρας».

Το ποσοστό θνησιμότητας στη Ρωσία είναι τόσο υψηλό ώστε να συγκρίνεται με εκείνο χωρών της Αφρικής. Τα αίτια της αυξανόμενης θνησιμότητας αποδίδονται στην κατάρρευση του συστήματος Υγείας, της Πρόνοιας, στην κακή διατροφή και στην υπαγωγή των Ρώσων σε καθεστώς στρεσογόνων καταστάσεων, όπως η ανεργία.

2ο) Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέθεσε στην «LeMonde» ο Ανατόλι Βισένσκι, διευθυντής του δημογραφικού ινστιτούτου της Μόσχας, στη Ρωσία «ο ένας στους τρεις άνδρες πεθαίνει μεταξύ 20 και 60 ετών. Οι Ρώσοι άνδρες έχουν σήμερα προσδόκιμο επιβίωσης τα 61,4 έτη. Ο μέσος όρος ζωής των Ρώσων είναι κάτω από πολύ φτωχότερες χώρες, όπως π.χ. το Μπαγκλαντές». Δηλαδή το προσδόκιμο ζωής των ανδρών στη Ρωσία, μετά την πτώση του σοσιαλισμού, λίγο έφτασε να απέχει από τα επίπεδα που ίσχυαν την εποχή του τσάρου!

Ανάμεσα στα άλλα αίτια σημειώστε κι αυτά:

α) Σύμφωνα με τους επιστήμονες γιατρούς της Ακαδημίας Ιατρικών Επιστημών της Ρωσίας «οι συνέπειες των γκορμπατσοφικο-γελτσινικο-πουτινικών μεταρρυθμίσεων οδήγησαν στο γεγονός ότι μέσα σε 10 χρόνια (1989 – 1999) όλες οι κατηγορίες ασθενειών στη Ρωσία αυξήθηκαν κατά 15,4%».

β) Στη χώρα που επί ΕΣΣΔ υπήρχε το καλύτερο σύστημα υγειονομικής περίθαλψης στον κόσμο, σήμερα έχουμε το φαινόμενο της κατάρρευσης του συστήματος Υγείας με τη Ρωσία να παρέχει για την υγεία το 4,2% του ΑΕΠ έναντι 8%-10% κατά μέσο όρο στη Δύση.

γ) Ακόμα ένας αριθμός «ελευθερίας» και «ευημερίας»: Μόνο από τη μαζική έξαρση του αλκοολισμού που σημειώθηκε μετά την ανατροπή, σε διάστημα μιας 20ετίας στη Ρωσία έχασαν τη ζωή τους πάνω από 3 εκατομμύρια άνθρωποι! Σήμερα υπολογίζεται ότι κάθε χρόνο 500.000 Ρώσοι πεθαίνουν από το αλκοόλ! Ας κάνουμε μια σύγκριση: Στα 10 χρόνια πολέμου στο Αφγανιστάν σκοτώθηκαν 12.000 στρατιωτικοί. Με άλλα λόγια, από το αλκοόλ πεθαίνουν κάθε χρόνο στη μετασοβιετική Ρωσία 40 φορές περισσότερα άτομα από όσα σκοτώθηκαν στις στρατιωτικές απώλειες που είχε σε 10 χρόνια η Σοβιετική Ένωση στο Αφγανιστάν. Σύμφωνα με την έκθεση της «Εστίας πολιτών της Ρωσίας» η επιδημία αλκοολισμού έχει οδηγήσει στο εκπληκτικό φαινόμενο η θνησιμότητα των ελευθέρων ανδρών να είναι τριπλάσια εκείνων που είναι κρατούμενοι στις φυλακές…

δ) Μόνο τη δεκαετία 1999 – 2009, όπως καταγράφεται από την υπηρεσία του ΟΗΕ, ο αριθμός των ναρκομανών αυξήθηκε κατά 60%. Στη σημερινή Ρωσία (στοιχεία της ρώσικης ομοσπονδιακής υπηρεσίας – FSKN) υπάρχουν πάνω από 5 εκατομμύρια άνθρωποι εθισμένοι στα ναρκωτικά. Πάνω από 800.000 Ρώσοι πέθαναν από το 2001 ως το 2012 λόγω της χρήσης ναρκωτικών. Τα κέρδη των εμπόρων ναρκωτικών υπολογίζεται ότι ξεπερνούν ετησίως τα 75 δισ. δολάρια, αφού η Ρωσία έχει μετατραπεί στη μεγαλύτερη αγορά ηρωίνης με το 20% του παγκόσμιου εμπορίου του συγκεκριμένου «προϊόντος» να διενεργείται στο έδαφός της. Μόνο από το Αφγανιστάν εκτιμάται ότι διακινείται ετησίως στα εδάφη της Ρωσίας ηρωίνη αξίας 4,5 δισ. ευρώ…

3ο) Τρομακτικά διαμορφώθηκαν τα στοιχεία για τη θνησιμότητα των παιδιών και μητέρων μετά την πτώση της ΕΣΣΔ. Η θνησιμότητα των παιδιών στον πρώτο χρόνο της ζωής τους έφτασε να είναι έως και 2 φορές υψηλότερη απ’ ό,τι στις οικονομικά αναπτυγμένες χώρες.

Ο παιδικός πληθυσμός, σύμφωνα με τα στοιχεία του 2009, είχε μειωθεί τουλάχιστον κατά 12%. Η μητρική θνησιμότητα στη Ρωσία καταγράφηκε έως και κατά τουλάχιστον 5 φορές υψηλότερη απ’ ό,τι στις οικονομικά αναπτυγμένες χώρες.

Σημειώστε: Από τα μεγαλύτερα θύματα της ανατροπής στη Σοβιετική Ενωση, και όχι μόνο, ήταν τα παιδιά. Η ίδια η διευθύντρια της ΓΙΟΥΝΙΣΕΦ, η Κάρολ Μπέλαμι, είχε αναγκαστεί να παραδεχτεί, παρουσιάζοντας την έκθεση του 2004, ότι «η οικονομική ανάπτυξη (σ.σ. μετά το 1990) στην Ανατολική Ευρώπη και την πρώην ΕΣΣΔ απέκλεισε τα παιδιά».

Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία (και πάλι της ΓΙΟΥΝΙΣΕΦ), ένα στα τρία παιδιά έφτασαν στην «μετακομμουνιστική» Ρωσία να ζει κάτω των ορίων της φτώχειας. Στις ρωσικές πόλεις να κυκλοφορούν πάνω από 2 εκατομμύρια «παιδιά του δρόμου», ενώ πάνω από 700.000 παιδιά να βρίσκονται σε ιδρύματα, «παρατημένα» από τις οικογένειές τους.

Και κάτι ακόμα: Κάθε χρόνο στη μετασοβιετική Ρωσία εξαφανίζονται πάνω από 30.000 παιδιά, τα οποία είτε καταλήγουν στη «βιομηχανία» λευκής σαρκός, την παιδική πορνεία, είτε θυσιάζονται στο εμπόριο οργάνων…

4ο) Η «σπουδαία», κατά ορισμένους, μεταβατική διαδικασία από το σοσιαλισμό στην άγρια «οικονομία της αγοράς» και στους «δημοκρατικούς πολιτικούς θεσμούς», συνοδεύτηκε, κατά την πρώτη μόνο δεκαετία, από πρωτοφανή στην ιστορία αύξηση των κοινωνικών νοσημάτων, όπως είναι η φυματίωση, η σύφιλη, η ναρκομανία, οι μολυσματικές ηπατίτιδες.

Η θνησιμότητα από φυματίωση σε σύγκριση με το 1990 αυξήθηκε κατά 2,5 φορές. Από το 1990 έως το 1997 η νοσηρότητα από σύφιλη αυξήθηκε κατά 64 φορές.

Εν έτη 2015 μια ασθένεια που θα έπρεπε να έχει εξαφανιστεί, η φυματίωση, εμφάνισε 10,4 εκατομμύρια νέα κρούσματα παγκοσμίως. Όπως εξηγούσε στην Επιτροπή Κοινωνικών Υποθέσεων της ελληνικής Βουλής ο κ. Μιχάλης Κουμπής, (πρόεδρος της Ελληνικής Πνευμονολογικής Εταιρείας)

«ένα μεγάλο πρόβλημα επανεμφάνισης της φυματίωσης ήταν και η κατάρρευση υγειονομικών συστημάτων. Για παράδειγμα, η πρώην Σοβιετική Ένωση με τη διάλυσή της είχε και κατάρρευση του υγειονομικού της συστήματος και, εν συνέχεια, χιλιάδες κόσμου από τις χώρες αυτές όδευσε προς την Ευρώπη, κουβαλώντας μαζί και το πρόβλημα της φυματίωσης».

Μια ματιά στα στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας πείθει ότι στο πλαίσιο του σοβιετικού κράτους, στα πρώτα μόλις χρόνια της νεαρής Σοβιετικής Ένωσης, εξαλείφθηκαν οι μολυσματικές ασθένειες. Αυτές που αναβίωσαν στη Ρωσία ακριβώς την επόμενη μέρα από την… «απελευθέρωσή της».

5ο) Ας μιλήσουμε, τώρα, για την «ελευθερία» της.. φτώχειας:

Σύμφωνα με τη ρωσική στατιστική υπηρεσία «Rosstat», εντός του 2015 ο αριθμός των Ρώσων, τα εισοδήματα των οποίων δεν ξεπερνούσαν το ελάχιστο επίπεδο διαβίωσης, αυξήθηκαν σε σχέση με το 2014 κατά 6,7 εκατομμύρια άτομα και ανήλθαν στα 23 εκατομμύρια! Δηλαδή 1 στους 6 Ρώσους «ζούσε» – επισήμως – σε συνθήκες φτώχειας, που σημαίνει ότι δεν διέθετε ούτε καν τα 123 ευρώ μηνιαίως που είχαν ορίσει οι ρωσικές αρχές σαν όριο της φτώχειας στη χώρα… Τρία χρόνια μετά, εν έτει 2018, ο Ρώσος υπουργός Εργασίας Μαξίμ Τοπίλιν παραδέχτηκε ότι κάτω από το όριο της φτώχειας ζουν 20 εκατομμύρια Ρώσοι.

Σύμφωνα με την φετινή καταγραφή (Γενάρης ’21 – στοιχεία του εννεάμηνου του 2020) τα άτομα που διαβιούν με εισοδήματα κάτω του ελάχιστου ορίου διαβίωσης επιβεβαιώνεται ότι ανέρχονται σε σχεδόν 20 εκατομμύρια, αριθμός που αντιστοιχεί στο 13% του πληθυσμού. Ειδικότερα, στο τρίτο τρίμηνο του 2020 οι φτωχοί αυξήθηκαν κατά 1,2 εκατομμύρια σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2019 (18,8 εκ).

Η αλήθεια, όμως, είναι ακόμα χειρότερη: Σύμφωνα με την έρευνα (Δεκέμβρης 2018) του Ινστιτούτου Κοινωνικής Ανάλυσης & Πρόβλεψης της Ρωσικής Ακαδημίας Εθνικής Οικονομίας & Δημόσιας Διοίκησης (σημείωση: υπάγεται στο Κρεμλίνο) α) το 22% των Ρώσων βρίσκεται στην κατηγορία των φτωχών, στην οποία ανήκουν τα άτομα τα εισοδήματα των οποίων δεν τους επιτρέπουν να αποκτήσουν τίποτα περισσότερο από τα βασικά είδη διατροφής, β) το 35,6% των Ρώσων εντάσσεται στην κατηγορία του καταναλωτικού κινδύνου. Κατά τον «Guardian» (2017) η κατάσταση είναι ακόμα χειρότερη: «Περίπου 23 εκατομμύρια Ρώσοι (το 16% του πληθυσμού) ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας (…). Πρόσφατη έκθεση αποκάλυψε ότι το 41% των Ρώσων δυσκολεύεται να εξασφαλίσει χρήματα για φαγητό και ρουχισμό».

Σύμφωνα, δε, με τον διευθυντή του Ινστιτούτου Οικονομίας της ρωσικής Ακαδημίας Ρουσλάν Γκρίνμπεργκ «μόνο το 20% του ρωσικού πληθυσμού ζει άνετα. Για το ήμισυ σχεδόν του πληθυσμού η ζωή είναι απλώς μια μάχη επιβίωσης»…

6ο) Πάμε τώρα στην άλλη όχθη της… «ελευθερίας»:

Σύμφωνα με την έκθεση (GlobalWealthReport) της CreditSuisse για το 2014: Το 10% των πλουσιότερων ανθρώπων στη Ρωσία κατέχει το 85% του πλούτου της χώρας και από αυτούς το 1% των πλουσίων της χώρας κατέχει το 74% του συνολικού πλούτου της Ρωσίας! Η «επίδοση» κατατάσσει τη Ρωσία στη χώρα με τη μεγαλύτερη κοινωνική ανισότητα στον πλανήτη. Σύμφωνα, δε, με τα στοιχεία του 2017 που επαναβεβαιώθηκαν το 2018 με έρευνα της τράπεζας Credit Suisse, το πλουσιότερο 10% είχε φτάσει να κατέχει από το 82% λεως το 87% του πλούτου της χώρας.

Επίσης: Το 3% των κατοίκων της χώρας κατέχουν περίπου το 90% όλων των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων, καταθέσεων και μετρητών στη Ρωσία, σύμφωνα με την ρωσική εφημερίδα Kommersant και με την έρευνα που πραγματοποίησε από κοινού η Ανώτατη Σχολή Οικονομίας με την τράπεζα Vneshekonombank το 2019.

Επίσης: Η διεθνής έρευνα The Wealth Report 2019 αναφέρει ότι στη Ρωσία των δεκαδων εκατομμυρίων πάμφτωχων, υπάρχουν 163.000 εκατομμυριούχοι και 1.500 πολυεκατομμυριούχοι, η περιουσία καθενός από τους οποίους υπερβαίνει τα 30 εκατομμύρια δολάρια. Με βάση αυτή την κατηγορία των πλουσίων, η Ρωσία, που 24 δισεκατομμυριούχοι της βρίσκονται στην λίστα Forbes των 500 πλουσιότερων κατοίκων του πλανήτη, βρίσκεται στις πρώτες πέντε χώρες του κόσμου. Σύμφωνα με την αξιολόγηση και κατάταξη των πλουσιότερων ανθρώπων της Ρωσίας, ο αριθμός των Ρώσων δισεκατομμυριούχων το 2021 σε σχέση με το 2004 τριπλασιάστηκε και από τους 36 πήγε στους 117. Αυτοί οι 117 άνθρωποι – σε ένα πληθυσμό 146 εκατομμυρίων – κατέχουν το 20% σχεδόν του συνολικού πλούτου. Οι 20 πλουσιότεροι εξ αυτών διαθέτουν περιουσία άνω των 230 δισ. δολαρίων.

Επίσης: Σύμφωνα με τα στοιχεία του 2017 η συνολική περιουσία των 200 πλουσιότερων Ρώσων ολιγαρχών έφτασε στα 460 δισεκατομμύρια δολάρια και είχε αυξηθεί κατά 100 δισεκ. δολάρια μέσα σε έναν χρόνο.

Επίσης: Σύμφωνα με την τελευταία έρευνα World Inequality Report 2022 η κοινωνική ανισότητα στη Ρωσία μπορεί να συγκριθεί μόνο με εκείνη στην Μέση Ανατολή, την Λατινική Αμερική και την υποσαχάρια Αφρική…

***

Αν μη τι άλλο, τα παραπάνω στοιχεία είναι εντυπωσιακά. Εντούτοις, συνεχίζουμε να υποστηρίζουμε ότι ποτέ δε θα γίνουν τόσο «εντυπωσιακά» όσο «εντυπωσιακή» είναι η «επιστημοσύνη», η «αντικειμενικότητα» και η σαχλαμάρα εκείνων που τα βαφτίζουν μετάβαση στην… «ελευθερία» και στη… «δημοκρατία».

Υστερόγραφο: Σύμφωνα με τη δημοσκόπηση που διενήργησε το 2018 το ανεξάρτητο ερευνητικό κέντρο Levada-Centr το ποσοστό των Ρώσων που νοσταλγούσαν την Σοβιετική Ένωση είχε εκτιναχθεί στο 66%. Ηταν το μεγαλύτερο ποσοστό που καταγράφηκε στην δεκαετία. Το 2017 το ποσοστό των Ρώσων που εξέφραζαν την λύπη τους για την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης έφθανε το 58% , ενώ επί δέκα συνεχή χρόνια δεν είχε υπερβεί το 61%. Η δημοσκόπηση του Levada-Centr έδειξε επίσης ότι το 60% των Ρώσων πίστευαν ότι η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί (το ποσοστό αυτό ήταν το μεγαλύτερο των τελευταίων 13 ετών). Εκτός από τους Ρώσους που σε ποσοστό 69% θεωρούσαν αρνητική για τη χώρα τους τη διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης, την ίδια άποψη εξέφρασαν οι λαοί σε Αρμενία, Κιργιστάν, Μολδαβία, Λευκορωσία, με τα χαμηλότερα ποσοστά υπέρ της ΕΣΣΔ να εντοπίζονται στις τρεις Βαλτικές Δημοκρατίες (Λιθουανία, Εσθονία, Λετονία), μέλη πια της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Κάποιοι ισχυρίστηκαν ότι αυτή η τάση “νοσταλγίας” της ΕΣΣΔ θα αρχίσει να φθίνει. Αλλά ήρθε η περσινή δημοσκόπηση του ινστιτούτου «Λεβάντα». Το αποτέλεσμα: Το 75% των Ρώσων δήλωσε πως η σοβιετική περίοδος ήταν η καλύτερη στην Ιστορία της χώρας τους. Από τα ποιοτικά στοιχεία, τέλος των ερευνών, προκύπτει ότι η πλειοψηφία αυτών που νοσταλγούν την Σοβιετική Ένωση είναι άτομα ηλικίας 55 ετών και άνω, ωστόσο από τα εντυπωσιακά στοιχεία έρευνας είναι ότι τα τελευταία χρόνια αυτού του τύπου οι διαθέσεις αυξάνονται αλματωδώς και μεταξύ των νέων ηλικίας 18-24 ετών.


https://www.imerodromos.gr/prin-apo-30- ... pNbO60FXh0
Άβαταρ μέλους
By REALZEUS
#744271 Το θυμάμαι σαν χθες, στην ΕΡΤ 1, να βλέπω την υποστολή του Σφυροδρέπανου, μετά το αποτυχημένο "πραξικόπημα" (σε εισαγωγικά, γιατί πραξικόπημα ήταν αυτό που έκανε ο Γκορμπατσώφ, διαλύοντας την Ένωση). Τεράστια απογοήτευση και φόβος για το μέλλον του πλανήτη τότε, ειδικά βλέποντας μερικούς δικούς μου, που ως μεγαλύτεροι καταλάβαιναν περισσότερα, να κλαίνε. Όπως είπε και ο Πούτιν, η διάλυση της ΕΣΣΔ ήταν η μεγαλύτερη γεωπολιτική τραγωδία του 20ου αιώνα. :s_cry :s_cry :s_cry
Άβαταρ μέλους
By 224v
#744304 ο Πούτιν είναι διαχρονικό παιδί του κομματικού σωλήνα και ειδικότερα της KGB. όταν έπεσε το Ανατ. Βερολίνο εκείνο το βράδυ, κράτησε τον όχλο μακριά από το κτίριο των γραφείων της μόνος αυτός με μερικούς λίγους φρουρούς. φυσικά για τη Ρωσία είναι ο,τι το καλύτερο, για μας δεν ξέρω!!!!.

< Note >
Άβαταρ μέλους
By 224v
#744401 το έγραψε στη ιστορία του, θα το ψάξω στο βιβλίο που διάβασα και θα επανέλθω!!!

< Note >
Άβαταρ μέλους
By Giuseppe Busso
#754216

https://youtu.be/M_iDuUJ0j3g
Άβαταρ μέλους
By Anonymous Founder
#758465 The Self-Managing Factory after Tito. The Crisis of Yugoslav Socialism on the Shop Floor
https://cadmus.eui.eu/bitstream/handle/ ... c_2016.pdf
Between the break with the Soviet Union in 1948 and the severe socio-economic crisis of the 1980s, Yugoslavia was often viewed as a living example of the possibility for an autonomous modernization path in a world divided between two rival development paradigms. Basing his arguments on the U.N. Yearbook of National Account Statistics, economic historian Rudolf Bićanić concluded that during the 1950s and early 1960s, next to Japan and Israel, Yugoslavia was the fastest growing economy in the world.1 Unlike the peripheral capitalist countries, which often based their high growth rates on cheap labor and repressive trade union policies, or the socialist economies, where industry was obeying the commands issued by the party planners, Yugoslavia’s development was apparently achieved with workers mastering their own companies. A complex structure of decentralized self-management institutions embedded in each enterprise was set up over time with the aim of regulating and coordinating the social and economic processes through popular participation.

Swift economic development triggered radical changes in the makeup of the traditional Balkan societies. After three decades of relentless industrialization and urbanization, the share of the population living off the land went from 67.2 per cent in 1948 to 28.8 percent in 1980, a decline from roughly 11 million to 4.9 million people.2 Apart from the mere strength in numbers, the industrial workers and working people in general occupied an important place in the country’s legal and political sphere. Yugoslav society was indeed under single-party rule, but workers’ self-management and social property placed institutional brakes on the power of the state and the party elites and empowered labor in a way that did not occur elsewhere in Eastern Europe.3 Yugoslav society was a patchwork of nationalities with a history of ethnic contention inhabiting areas displaying great disparities in economic development. Yet, the creation of urban socialist citizens with cosmopolitan outlooks seemed to guarantee that national conflicts were a thing of the past.

Josip Broz Tito’s death in 1980 coincided with the trend of rising oil prices in the world market and deteriorating terms of trade for developing countries. The global recession of the late 1970s hit Yugoslavia harder than any other socialist country. The increasing prices of raw materials, spare parts and components, needed for the export industry, resulted in the increase of production costs and the loss of competitiveness. In 1980, the costs of imported raw materials and components was 18 per cent higher than the total value of Yugoslavia’s exports. In addition, the interest on loans was rising steeply and, by 1981, the Yugoslav government discovered that the self-managed economy was highly indebted to foreign creditors.4 The establishment was forced to give up its policy of relative independence in international politics and enter into debt reprogramming agreements with Western governments and economic reform programs under the tutorship of the International Monetary Fund (IMF). :s_hang :s_blush

A series of ‘stabilization programs’ was introduced in the 1980s, with the aim of improving international competitiveness and stamping out galloping inflation. They consisted mainly of decreases in collective consumption and stricter market parameters for company performance. Self-management structures inside the factories were increasingly being seen as an obstacle to economic performance and market flexibility. The austerity measures placed the main burden of the reforms on the shoulders of the industrial workforce in the social sector of the economy. In the first three years of the decade, average incomes had fallen by 33 per cent in real terms. By 1988 the standard of living for workers in the socialized sector was pushed back to the levels of the 1960s.5

Faced with an unprecedented economic crisis and diverging regional interests the Yugoslav government was finding it increasingly hard to maintain social peace. The austerity policies provoked movements from below and stirrings at the top of society. In 1985, surveys showed that only 20 percent of the citizens expressed satisfaction with the Federal government. The League of Communists of Yugoslavia (LCY) was rapidly losing its image as the leading institution capable of solving social problems. That same year it experienced a net loss of membership among blue-collar workers for the first time since the end of the war.6 Tacitly accepted and positively perceived by the public, the workers’ mobilizations were among the most prominent grassroots initiatives at the time. The number of strikes recorded nationwide went from 247, with 13,507 workers involved, in 1980 to 1,851 strikes, involving 386,123 workers, in 1988.7

These statistics place Yugoslavia among the countries with the highest strike activity in Europe at this time.8 Unlike the strikes in previous decades, the efforts of which were focused mainly against the company management and remained within the factory premises, workers were now eager to connect their demands to wider political issues and present their grievances to the authorities by staging marches, street demonstrations and gatherings in front of the government buildings. Inspired by the Solidarity movement in Poland, many observers at that time predicted that the working class would play the role of the ultimate arbiter in the resolution of the political and economic crisis that weighed down on Yugoslavia in the 1980s. There was hope that the system could be salvaged through an all-Yugoslav mobilization based on social issues and oriented towards a class identity, which would be able to democratize the country and keep it unified.9

However, the crisis was resolved in a radically different manner. The mounting popular discontent gradually spilled over into the shift in relations inside the ruling regional parties. Lower-rank officials and local state enterprise managers attempted to join forces with various protest groups inside the republics. In 1986, the Slovene League of Communists elected a new pro-reformist leadership determined to safeguard Slovenia’s autonomy within the Federation and accelerate liberal reforms in local politics and the economy. One year later, the leadership of the Serbian party was overtaken by the radical reformist faction, led by Slobodan Miloševič, which stood for market-inspired modernization of workers’ self-management coupled with the stronger political influence of Serbia and more centralized federal institutions of the party-state. The two leaderships were set on a collision course. The watershed was reached in the autumn of 1988, when the Serbian branch of the League of Communists of Yugoslavia openly broke the unified line of the federal government against the street protests and extended political support to handpicked demonstrations. By re-interpreting the hitherto dominant notion of a dichotomy between the ‘exploiter and exploited’ in nationalist terms, this group of the Serbian political elite organized a wave of rallies in Serbia and the surrounding republics which co-opted the movement that was previously based on class issues. These top-down, nationalist mobilizations, which came to be known as the ‘a nti bureaucratic revolution’, opened the door for the violent disintegration of the country.
Άβαταρ μέλους
By JimClark
#758517 ... πριν ένα χρόνο άφησα τη Θεσ/νίκη και ήταν η καλύτερη απόφαση της ζωής μου