Οι πρώτοι κακοί οιωνοί εμφανίστηκαν αμέσως μετά το τζάμπολ, όταν ο Βέσελι βάλθηκε να παίζει βόλεϊ πάνω από το κεφάλι του Πρίντεζη. Ο υπαρχηγός του Ολυμπιακού επηρεάστηκε από την κυριαρχία του Τσέχου και έπαιξε φοβισμένα, αχρηστεύοντας τα ποσταρίσματα στα οποία τόσο πόνταρε ο Ολυμπιακός. Ο Μπερτς και ο Μιλουτίνοβ πήγαν καλά στο σκοράρισμα και πέτυχαν 24 πόντους με 9/9 σουτ, αλλά η στατιστική τους αποτελεί μαγική εικόνα, αφού ο Ομπράντοβιτς τους αγνόησε επιδεικτικά και έβγαλε τον Ούντο ψηλά, στην περιφέρεια, ώστε να κρύψει πίσω από τα χέρια και το κορμί του κάθε διάδρομο. Κάθε φορά που ο Σπανούλης κατόρθωνε να ξεφορτωθεί τον προσωπικό του φρουρό, έβρισκε μπροστά του τον κορυφαίο αμυντικό των ευρωπαϊκών γηπέδων και αναγκαζόταν να ξεφορτωθεί τη μπάλα ή να σουτάρει χαρταετούς: 0/5 δίποντα, 2/7 τρίποντα. Ο «Ζοτς» δεν ενδιαφερόταν για τον Μάντζαρη ούτε για τον Μιλουτίνοβ. Ήξερε ότι κινδύνευε μόνο από το δίδυμο Σπανούλη-Μάντζαρη. Έχασε έστω μία προσωπική μονομαχία στην περιφέρεια ο ασύγκριτος Ούντο; Κανένας δεν μπόρεσε να τον περάσει στα πόδια και κανένας δεν κατόρθωσε να δει τον ορίζοντα πάνω από τα χέρια του. Κάποια στιγμή νόμιζα ότι υπήρχαν δύο ή τρεις Ούντο στο παρκέ! Στον ημιτελικό ο Νιγηριανός άγγιξε το τριπλ-νταμπλ, ενώ στον τελικό πλησίασε το 4x5. Απέναντι στο αμυντικό τέρας της Φενέρμπαχτσε (η οποία έφτασε να παίζει με τέσσερις ψηλούς, Βέσελι, Ούντο, Κάλινιτς, Ντατόμε), οι πέντε ψηλοί του Ολυμπιακού πήραν όλοι μαζί 8 ριμπάουντ, όσα μάζεψε μόνος του ο Βέσελι. Ο Μπερτς και ο Γιανγκ δεν μάζεψαν ούτε μισό, ενώ ο Πρίντεζης μόλις ένα. Οι τάπες ήταν 9-2 και το ποσοστό του Ολυμπιακού στα δίποντα μόλις 40%. Τα 13/25 τρίποντα της Φενέρ αποτελείωσαν τους «ερυθρόλευκους». Δεν προήλθαν όμως από ρέντα, αλλά από την καλή της άμυνα, από τη σωστή κυκλοφορία της μπάλας, από την αυτοπεποίθηση που έδωσε στους Τούρκους η καταλυτική τους κυριαρχία στο γήπεδο. Άλλωστε και ο ίδιος ο Ολυμπιακός είχε αξιόλογο απολογισμό στο τρίποντο, 9 στα 26. Με 23-38 ριμπάουντ, με 2-9 τάπες και με το τρίο Σπανούλη-Παπανικολάου-Πρίντεζη στα 6/30 σουτ δεν υπήρχε καμία απολύτως πιθανότητα επιτυχίας. Ο Ζέλικο Ομπράντοβιτς δικαίωσε το παλιό δόγμα που θεωρεί ακρογωνιαίο λίθο μιας ομάδας τους ψηλούς της και έφτιαξε μία ομάδα γεμάτη από πολεμιστές. Κάποτε κέρδισε τα ευρωπαϊκά τρόπαια ποντάροντας σε σπουδαίους εγκεφαλικούς γκαρντ, αλλά τώρα προσάρμοσε τη φιλοσοφία του ώστε να αξιοποιήσει τα όπλα που είχε στη φαρέτρα του. Του πήρε μόλις 4 χρόνια για να οδηγήσει τους αχάμπαρους Τούρκους στη γη της επαγγελίας, με ενδιάμεσους σταθμούς έναν χαμένο ημιτελικό και έναν χαμένο στο νήμα τελικό. Δικαίως θα αποθεωθεί τις επόμενες μέρες με τιμές σουλτάνου. Ο Γιάννης Σφαιρόπουλος νικήθηκε κατά κράτος απόψε, αλλά δεν είναι ντροπή για έναν προπονητή να χάνει από τον χαλίφη των 9 ευρωπαϊκών τροπαίων.
Κέρδισε, στο τέλος, η καλύτερη ομάδα. Η απόσταση που χώριζε τη Φενέρ του Απριλίου και του Μαϊου από τους ανταγωνιστές της αποδείχθηκε (κυρ Δημήτρη μου…) χαώδης και αγεφύρωτη. Οι ηττημένοι της κούρσας μπορούν να σκούζουν όσο θέλουν για το σύστημα διεξαγωγής της Euroleague, αλλά εγώ ξέρω ότι τον γαμπρό τον ξυρίζουν στο τέλος. Όχι τον Δεκέμβριο ούτε τον Μάρτιο. Οι νίκες της κανονικής περιόδου δεν σημαίνουν τίποτε αν η άμμος κάτω από τα πόδια είναι κινούμενη. Ποιος πιστεύει ακόμη ότι η Ρεάλ Μαδρίτης ήταν η κορυφαία ομάδα της χρονιάς και ποιος βάζει την ΤΣΣΚΑ στην ίδια φράση με τη Φενέρ ή έστω με τον Ολυμπιακό; Το μοναδικό πράγμα που ενδιέφερε τον Ομπράντοβιτς στην κανονική περίοδο ήταν να εξασφαλίσει τη συμμετοχή στα πλέι-οφ και να εμφανιστεί σε αυτά δίχως απώλειες. Η νίκη της Φενέρμπαχτσε μπορεί να μας πονάει επειδη σημειώθηκε απέναντι σε ελληνική ομάδα, αλλά ήταν ένας θρίαμβος του μπάσκετ που αγαπάμε: μπάσκετ με σχέδιο, με φαιά ουσία, με τη σφραγίδα του προπονητή. Ο Ομπράντοβιτς φρόντισε να το μάθουμε καλά, αλλά διδάχθηκε και αυτός πολλά από τους κορυφαίους εκπροσώπους του ελληνικού μπάσκετ.

